Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Ελλήνων Δημιουργών. Το Ιστολόγιο είναι ανοικτό σε όλους τους δημιουργούς Ποίησης που επιθυμούν την ανάρτηση των ποιημάτων τους στο συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο. Μπορείτε να αποστέλλετε τα ποιήματά σας στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Αφρός του Ανδρέα Εμπειρίκου

Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ' επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
'Aλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
'Οπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε

Μες' στον αφρό της θάλασσας.

Οκτώβριος (Δύο ποιήματα)

Οκτώβριος / Μίλτος Σαχτούρης


Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα
και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους
καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό
Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μέσ’ στον καθρέτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογγητό
Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα όνειρα μου θυμίζουν εσένα
η νύχτα θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα
κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα
όλες οι φωτογραφίες, όλα τα χρώματα
όλα μου θυμίζουν εσένα
και όλα τα αγαπώ για σένα

***

Οκτώβριος /Ρένα  Καρθαίου 

Τα  χαλκώματα  αγοράζει
και  τα  φύλλα  όλα  σκεπάζει

Με  το  σάκο  του  στον  ώμο
τριγυρίζει  μεσ΄  το  δρόμο

Όπου  Οκτώβρης  κ' αν  αγγίζει
το  τοπίο  κοκκινίζει

Ως  κ'  τ'  Άι  Δημήτρη  το  άτι
από  μπρούτζο  ένα  κομμάτι

Στα  χρυσάνθεμα  πατάει
βρέχει, αστράφτει  όπου  περνάει

Με  την  πρώτη  ανατριχίλα
πέφτουν  χάλκινα  τα  φύλλα.



***


Εν μέσω αλαλαζόντων: Το 1991 εκδίδεται η Ποιητική Συλλογή του Γεωργίου Στογιαννίδη "εν μέσω αλαλαζόντων" (πέντε ποιήματα)

Απελευθέρωση

Δεξιότερα ή αριστερότερα
δεν έχει καμιά σημασία.
Βάδιζε όπως ο κάβουρας
αποφεύγοντας τις κακοτοπιές.
(Άλλωστε η συντέλεια του κόσμου αργούσε.)
Μπορούσε να σήπεται συνεχώς
μηρυκάζοντας λέξεις.
Δεν είχε άλλωστε βλέψεις.
Όμως το σκουλήκι είναι σκουλήκι
κι όσο το θυμάσαι πληγώνει.

Έσπρωξε το σημείο ανασχέσεως
και βρέθηκε έξω.


Μέσα στο ρολογάδικο

Άκουσε το χρόνο σαν μια απειλή
να σημαίνει μέσα του
                          και τρομαγμένος
βάλθηκε να σημαίνει το σήμα κινδύνου
ξεσηκώνοντας όλα τα ρολόγια
μέσα στο ρολογάδικο.



Ο έκπτωτος άγγελος


Το ελικόπτερο κατεβαίνοντας
τάραξε τον ύπνο του έκπτωτου άγγελου.

Άδειασε ο ουρανός
κι είδα τότε τον άγγελο
γυμνό
         σε μιαν άκρη να κλαίει.



Τα καρφιά
Απ΄τον φεγγίτη
η νύχτα έπεφτε άδεια
ενώ περίμενε να ξημερώσει.

Μονάχα μέσα
-πολύ μέσα-
άκουγε την Άννα να τραγουδά
κι οι φονιάδες του ύπνου αραίωναν.
Θυμήθηκε τότε
εκείνη την άδεια «μετά δημοσίων θεαμάτων»
κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του.

Έβγαλε μια φούχτα καρφιά...


Εξευτελισμός

Στην αρχή ήταν λέξεις
(σκόρπιες, ανυπάκουες, άτακτες
δίχως νόημα).
Είπε να τα παρατήσει.
Όμως με την επιμονή τον καιρό
άλλαξαν.
Τώρα κάνουν τα θελήματά του
φιλούν το χέρι του, λένε «ναι»
τολμά να παίξει κι αυτό το κεφάλι του
ακόμη.

Θεέ μου τι εξευτελισμός...

Αμήχανη έξοδος: Το 1982 ο Γεώργιος Στογιαννίδης εκδίδει την Ποιητική του Συλλογή: Αμήχανη Έξοδος (Εδώ μικρό απόσπασμα)

Αμήχανη έξοδος

Η αχερούσια μοναξιά με πλημμυρίζει.
                  Χορταίνω
τρώγοντας την αδηφάγα σιωπή μου
ύστερα σπάζω τα χορτασμένα νεύρα μου στους τοίχους.
                      Ευφραίνομαι ανήσυχος.


Χωνεύοντας διασκεδάζω την αμήχανη έξοδό μου.



Ο βαρκάρης

Έκλεισε το καλοριφέρ σήκωσε τις κουβέρτες
άφησε τα όνειρα ακάλυπτα
«μπορώ να ζήσω και δίχως αυτά» είπε.
Τότε θυμήθηκε τον βαρκάρη
που μ' ένα οβολό περνούσες στην απέναντι όχθη.
Πάλι γιατί τον θυμήθηκε;
Μα για να κάνει τη βόλτα του να ξεσκάσει λιγάκι
έτσι ολόγυμνος που ήταν...



Ενδότερα

Η ώρα γυρίζει στο μαύρο.
Τα χρώματα που με συγκινούσαν
βουλιάξαν στη θάλασσα,
όμως θάλασσα δεν υπάρχει
έχω μετακομίσει στα ενδότερα και ησυχάζω.


Αύριο
θα ξηλώσω όλες τις παλιές σκαλωσιές
βαρέθηκα τις διαστολές και συστολές του μυαλού μου.



             Με δέκα πρόσωπα


Έπαιζε με δέκα πρόσωπα.
Γελούσε πριν απ' το ένα
ύστερα
          τ' ανακάτωνε.
                           Εκείνο
με το φως εξαφάνιζε τ' άλλα
σκοτείνιαζε καθώς το κοιτούσες
άλλαζε χρώμα ύφος.
                           Φοβόμουν μήπως σκοντάψω.
Έστρεφα
πίσω
         σκάλιζα στάχτες πρόσεχα τη φωτιά
ακύρωνα πράξεις
                         άπρακτος
ανάμεσα στο πλασματικό και το πραγματικό.
Οι μεταμορφώσεις με ακρωτηριάζαν
αναστατώναν το νευρικό μου σύστημα.
Τέλος
         δεν έβλεπα παρά το ένα το μοναδικό πρόσωπο.



Το γυμνό

Ζωγραφίζω γυμνό
δίχως προοπτική.
Αδειάζει
το πραγματικό στο αδιάκοπο.
Το χρώμα άνυδρο.
Το νερό κι ο αέρας έξω απ' τον πίνακα.


Είναι ένα «μέσα» χωρίς φόδρα
που με ξεγελά
γυμνός μέσα στον εαυτό μου
ανακαλύπτομαι.

Ποιητική Συλλογή; Απειλή του Γεωργίου Στογιαννίδη εκδοθείσα το 1974 (ένα ποίημα)

Θα μείνουμε πάλι μονάχοι
με τις προσδοκίες που θρέψαμε λίγο πριν απ' την καταστροφή,
όταν οι πεταλούδες ματώναν το στήθος
κι η φτώχεια τούτη η αναπηρία της ψυχής
μάς έκλεινε για μιαν ακόμη φορά την πόρτα.
Ούτε η θάλασσα η υλική
ούτε η αλήθεια του τζίτζικα μάς κρατούν.
Το φως έμεινε απ' έξω
κι εδώ ολόγυρα στο σκαμμένο λάκκο
μαζεύτηκαν οι ψυχές.
Τις έφερε η απεγνωσμένη τους πράξη.
Θυμούνται τον τελευταίο πυροβολισμό
κι ύστερα στο σκοτάδι που έπεσε στη ζωή τους
για πάντα∙ τίποτε άλλο.

Όμως το βράδυ τα πτώματα πληθαίνουν
πέφτουν απ' την οροφή απ' τον ουρανό
πέφτουν απ' τον φεγγίτη σκοτώνουν το φως
ύστερα έρχεται η νύχτα και τα εξαφανίζει.

Λίγο πριν ξημερώσει ένας πετεινός θα λαλήσει
θα διώξει το δαίμονα, θ' ανοίξει τα όνειρα
θα καλημερίσει μαχαίρια
θ' αστράψουν προφητείες στα μάτια μας πάλι.

Εύκολη που κάναμε την ψυχή μας!

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ανατολική Ρωμυλία: Τα 12 ωραιότερα Δημοτικά τραγούδια της


Με το όνομα Ανατολική Ρωμυλία ή Ρουμυλία ονομάστηκε επίσημα η περιοχή της βόρειας Θράκης από τη Συνθήκη του Βερολίνου (1878) με την οποία και μετετράπηκε η θρακική αυτή περιοχή σε αυτόνομη επαρχία, υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σήμερα ανήκει στην Βουλγαρία, και εκτείνεται από τη Φιλιππούπολη ως τις ακτές του Εύξεινου πόντου. (πηγή: Βικιπαίδεια)

Από τα υπέροχα Δημοτικά τραγούδια που συνέθεσαν οι Θρακιώτες στην περιοχή αυτή επιλέξαμε τα 12 μελωδικότερα, δημοφιλέστερα πάντα με τη δική μας εκτίμηση και σας τα παρουσιάζουμε, με όσες πληροφορίες μπορέσαμε να βρούμε για το καθένα από αυτά. Θα ήθελα να τονίσω ότι στο πέρασμα του χρόνου, η πατρότητα, η καταγωγή του κάθε δημοτικού  τραγουδιού δεν μπορεί να εξακριβωθεί πλήρως. Τόσοι οι εθνο-μουσικολόγοι αλλά και οι παντός ειδικοί χάνονται μέσα στις πολλαπλές πληροφορίες και την δίνη των γεγονότων. Έτσι πιθανόν να παρατηρήσετε όχι μόνο παραλλαγές αλλά και το ίδιο αυτούσιο το τραγούδι να υπάρχει σε περισσότερες από μία περιοχές της χώρας. Στην Θράκη δε, που η μουσική παράδοση με μικρές διαφορές ανά περιοχή είναι φυσικό η καταγωγή ενός δημοτικού τραγουδιού να περιπλέκεται ακόμα περισσότερο.


12. Μπιρμπίλω Μαυρομάτα 

Ο χορός που ακολουθεί το τραγούδι είναι ο Τραμπανιστός.

Οι στίχοι του τραγουδιού

Μέσα σε χίλιες να σε δώ, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, .
Μέσα σε δυο χιλιάδες, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
 
Γνωρίζω το κορμάκι σου, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου,
 
πού χει τις νοστιμάδες, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
 
Και με τα μαύρα σ’ αγαπώ, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου,
 
και με τα λερωμένα, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
 
Και με τα ρούχα της δουλειάς, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου,
 
Τρελαίνουμι για σένα, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
 
Τα χείλη σου είναι ζάχαρη , μπιρμπίλω μαυρομάτα μου,
 
τα μάτια σου είναι μέλι, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
 

μια δεύτερη εκδοχή/ από : Γκογκίδης Θύμιος

Εγώ Λενιώ μου σ’ αγαπώ, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Κανείς να μην το ξέρει, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Κανείς να μην το ξέρει, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Μα συ το είπες στους δικούς, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Το μάθανε κι οι ξένοι, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Το μάθανε κι οι ξένοι, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Τα μάθανε πέρα χωριό, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Πως θα σε κάνω ταίρι, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου .
Πως θα σε κάνω ταίρι, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Και με τα μαύρα σ’ αγαπώ, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Και με τα λερωμένα, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Και με τα λερωμένα, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Και με τα ρούχα της δουλειάς, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Τρελαίνομε για σένα, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.
Τρελαίνομε για σένα, μπιρμπίλω μαυρομάτα μου.

Και Τρίτη εκδοχή από τη σελίδα: http://www.ohfs.org/Songs/Birbilomavromata.pdf

Μέσα σε χίλιες να σε δω, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Μέσα σε δυο χιλιάδες, μέσα σε δυο χιλιάδες
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Γνωρίζω το κορμάκι σου, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Πού 'χει τις νοστιμάδες, πού 'χει τις νοστιμάδες
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Και με τσικμάνια σ’ αγαπώ, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Σωχτά και λερωμένα, και χρυσοκεντησμένα
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Και με τα ρούχα της δουλειάς, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Λουλαίνουμαι για σένα, λουλαίνουμαι για σένα
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Τα χείλια σου είναι ζάχαρη, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Τα μάτια σου είναι μέλι, τα μάτια σου είναι μέλι
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Κι όποιος τα κάλλη σου σκεφτεί, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Παράδεισο λαβαίνει, παράδεισο λαβαίνει
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Ξενιτεμένο μου πουλί, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Μαύρο μου χελιδόνι, λαλεί πουλί μ' κι αηδόνι
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Η ξενιτιά σε χαίρεται, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Καρδιά μου δεν μερώνει, πονάει και δεν μερώνει
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Ζυγιάστηκε η ορφανά, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Η φτώχια και τα ξένα, τα χιλιοδακρυσμένα
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Βαρύτερη η ξενιτιά, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Βαρύτερα τα ξένα, τα παραπονεμένα
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Στου παραθύρι κάθουμαι, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Την θάλασσα λογιάζου, την θάλασσα λογιάζου
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου

Βλέπου του Αίμου τα βουνά, Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου
Και βαριαναστενάζου, και βαριαναστεναάζου
Μπιρμπίλω μαυρομάτα μου, συ μάρανες τα νιάτα μου


….
12  O ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ

«Μικροκωνσταντίνος» είναι η  θρακική παραλλαγή του ακριτικού έπους. Μάλιστα
όταν γιορτάζουν τα  «Αναστενάρια» οι τελετές  ξεκινούν και τερματίζουν με αυτό το τραγούδι, ενώ ενδιάμεσα τραγουδιούνται κι άλλα ακριτικά τραγούδια. Η προέλευση του τραγουδιού είναι από το Χωριό Κωστί της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Οι στίχοι

Ό Κωνσταντι —ο Κωνσταντίνος ο μικρός
ό Κωνσταντίνος ο μικρός ό Μικροκωνσταντίνος

Μικρό ντον είχ’ —μικρό ντον είχ’ ή μάννα του
μικρό ντον είχ’ ή μάννα του μικρό ντον ραβωνιάζει

Μικρό ντον ή —μικρό ντον ήρτε μυνημα
μικρό ντον ήρτε μύνημα στο μπόλεμο νά πάει

Νύχτα σελλώ— νύχτα σελλώ—νει τ’ άλογο
νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα, το καλλιβώνει

Βάν’ ασημέ— βάν’ ασημέ—νια πέταλα
βαν’ ασημένια πέταλα μαλαματένιες λόθρες
 

Πήδηξε κα—πήδηξε κα—βαλλίκεψε
πήδηξε κα βαλλίκεψε κι αυτό το λόγο λέγει,
 

Μάννα μου την —μάννα μου την —καλίτσα. μου
μάννα μου τήν καλίτσα μου, μάννα μου τήν καλή μου

Καλά νά τρώ— καλά νά τρώει το πουρνό
καλά νά τρώει το πουρνό καλά το μεσημέρι

Και στό ήλιο —καί στο ήλιο—βασίλεμα
καί στο ηλιοβασίλεμα, νά πέφτει νά κυμάται

Μά κείνη ή σκυ μά κείνη ή σκύλα ή άνομη
κείνη ή σκύλα ή άνομη Όβρέσσας θυγατέρα

Πά στό σκαμνί —πά στό σκαμνί —τήν έκατσε
πά στό σκαμνί την έκατσε κι άντρίκια την κουρεύει

Μια γκούκλα ντην μια γκούκλα ντην έφόρεσε
μια γκούκλα ντην έφόρεσε, ντή δίνει και του Γιάγκα

Νά πά φυλά— νά πα φυλά—γει πρόβατα
νά πα φυλάγει πρόβατα, νά πά φυλάγει γίδια.

--------------

11.  Τρία κουρίτσια ραβουνιασμένα

Το τραγούδι συνοδεύεται από χορό «τραμπανιστό», τύπου «ζωναράδικου».

Οι στίχοι

Τρία κουρίτσια ραβουνιασμένα
ραβουνιασμένα κι παντριμένα,
μήλα τρυγούσαν κι τραγουδούσαν
ένα τραγούδι κι άλλο τραγούδι.
Κίνησι νέους να σιριανίσει,
να σιριανίσει ,αν κυνηγήσει.
Δεν κυνηγούσι λαγούς κι αλάφια
μ'ον' κυνηγούσι δυο μαύρα μάτια.
"Μαύρα μου μάτια κι πλουμισμένα,
σαν πώς κοιμάστι χουρίς εμένα".
"Ιγώ κοιμούμι κι αναστενάζου
σένα θυμούμι κι σι φωνάζου".


10.  Πουλάκι εκελάηδησε 


Πουλάκι ε βάι κι αμάν αμάν πουλάκι εκελάηδησε 
λάλει αηδονάκι μ’λάλει μέσα στον καλαμιώνα.
Δεν κελαιδού βάι κι αμάν αμάν δεν κελαιδούσε σαν πουλί
 
λάλει αηδονάκι μ’ λάλει μηδέ σαν χελιδόνι.
Μον κελαιδούσε βάι κι αμάν αμάν, μον κελαηδούσε κι έλεγε
 
λάλει αηδονάκι μ’ λάλει μ’ανθρώπινη λαλίτσα.
Βασιλοπού βάι κι αμάν αμάν Βασιλοπούλα τα’κουσε
 
λάλει αηδονάκι μ’λάλει από το παραθύρι.
 
Νάχα πουλί μ’ βαι κι αμάν αμάν νάχα πουλί μ’ τη γλώσσα σου
 
λάλει αηδονάκι μ’λάλει και τον κελαηδισμό σου
Τι ζήλεψε βαι κι αμάν αμάν τι ζήλεψες βασίλισσα
Λάλει αηδονάκι μ’λάλει από μένα το πουλάκι
Εσύ πίνεις βαι κι αμάν αμάν εσύ πίνεις γλυκό κρασί
 
Λάλει αηδονάκι μ’λάλει κι εγώ νερό απ’τη γκιόλα
 
σε πάπλωμα βάι κι αμάν αμάν σε πάπλωμα κοιμάσαι εσύ
Λάλει αηδονάκι μ’λάλει κι εγώ μες’τα κλαδάκια.


9  Αγουρος απ'τη Θρακιά      

Άγουρος απ ΄τη Θρακιά ή από την Φραγκιά κατ΄ άλλους. Οι ρίζες του τραγουδιού αυτού βρίσκονται στα χωριά Παταγή και Ασβεστάδες του Έβρου.

Αγορος απ’τη Θρακιά κόρη από τη Ρωμπυλιά 
ήρθαν κι ανταμώθηκαν στουν Απλύτη τουν ποταμό
 
πέρασι μένα αγόρι μου
Θα σι δώσου τάημα θα σι δώσω φίλημα
κι όταν τουν είπει για φίλημα σαν αητός την άρπαξη
 
πέρα την απέταξε.


Β’ εκδοχή των στίχων

Άγουρος 'πού τη Φραγκιά
κόρη από τ'ν Ανατουλή
ήρθαν κι ανταμώθηκαν
στου βαθύ τουν πουταμό.
Πέρασι ν- ιμένα κόρη μου
τουν βαθύ τουν πουταμό.

Γ. εκδοχή των στίχων


Ά-ι-γουρος κι ωχ ντουγούν ημάν ά-ι-γουρο-νος που τη Φραγκιά
ά-γουρο-νος που τη Φραγκιά, κόρη απού νου τν Ανατολή.
Ήρθαν κι α-κι ωχ ντουγούν ημάν, ήρθαν κι α-να-νταμώθηκαν
ήρθαν κι α-να-νταμώθηκαν, στουν απλί-νιν του ποταμό.
Πέρασι κι ωχ ντουγούν ημάν πέρασι νι μεν' αγόρι μου
πέρασι νι μεν' αγόρι μου τουν Απλί (νιν)τουν ποταμό.

Ημάν = Η δική μας ορχήστρα.
Απλί-νιν = Ποταμός τον οποίο είτε δεν μπορεί να τον πλεύσει κάποιος, είτε είναι απλωμένος. Πιθανότατα να αναφέρεται σε παραπόταμο του Δούναβη ή στον ποταμό Έβρο.


8 . Ένας κουντός κουντούτσικους

Με τον ίδιο τίτλο συναντάται Δημοτικό τραγούδι σε πολλές περιοχές της Ελλάδας

Οι στίχοι:

Ένας κουντός κουντούτσικους μάνε μ’μανούλα μ’
παίρνει όμορφη γυναίκα μαρ’αντριωμένους που ήταν.
Κι μες τη στάχτη σκάλιζε μάνε μ’μανούλα μ’
βρίσκει ένα βελονάκι μαρ’αντριωμένους που ήταν
Κι πάν’ στην πλάτη τόριξε μάνε μ’μανούλα μ’
στο μάστορη το πάει μαρ’αντριωμένους που ήταν.
Να κάνει πλάβα και τσαπί μάνε μ’μανούλα μ’
και κοφτερό σκεπάρι μαρ’αντριωμένους που ήταν’.



7.  Την καρδιά μ' την κλειδουμένη

Παραδοσιακό τραγούδι από το Καβακλί Ανατολικής Ρωμυλίας και την ευρύτερη περιοχή του και χορό "ντιούζκου", τύπου ζωναράδικου. Τραγούδι που εντάσσεται στη κατηγορία των  παραινετικών – φιλοσοφικών τραγουδιών . Παραλλαγές του τραγουδιού αυτού αυναντάμαι και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας

Οι στίχοι:

Την καρδιά μ' την κλειδουμένη σήμιρα δα την ανοίξου,
 
σήμιρα δα την ανοίξου, στου χουρό δα τραγουδήσου,
 
στου χουρό δα τραγουδήσου, έχου αϊγάπη να ιαρντίσου*,
 
μια μικρή, μια χαϊδιμένη, τρεις μέρις ραβουνιασμένη.
 
Παλικάρια ίσια ίσια κι ψηλά σαν κυπαρίσσια,
 
να μη λάχ(ει) κι παντριφτείτι, ούλα δα μιτανουθείτι.
 
Όποιους είνι παντριμένους πιρπατεί σαν μαγιμένους
 
κι όποιους είν' ραβουνιασμένους πιρπατεί λουγαριασμένους
 
κι όποιους είνι παλικάρι πιρπατεί σαν νιο φιγγάρι,
 
παλικάρια ίσια ίσια κι ψηλά σαν κυπαρίσσια.

*ιαρντίσου=πλανέψω


6. Σε δυο βουνά ανάμεσα

Στις σελίδες της  Εθνομουσικολόγου : Κανελλάτου Παρασκευή αναφέρεται ότι το τραγούδι έχει προέλευση τη Δυτική Θράκη. Αναφορές όμως το δηλώνουν ως τραγούδι της Βόρειας Θράκης. Χορεύεται ως ζωναράδικος

Οι στίχοι:

Σε δυο βουνά ανάμεσα
κλήμα ήταν φυτρωμένο

Κάμνει σταφύλι ραζακί
κι το κρασί μουσχάτο

Το πινουν άντρες δε μεθούν
μάνες παιδιά δεν κάμουν

Ας το `πινε κι η μάνα μου
να μη είχε κάν’ κι εμένα

Που μ’ έκαμε και μ’ έδωσε
πολύ μακριά στα ξένα

Β΄εκδοχή


Ανάμεσα
 κι αμάν αμάν, ανάμεσα σε δυο βουνά
Πέρδικα περδικούλα μ' κλήμα ήταν φυτρωμένο

Κάνει σταφύ-, κι αμάν αμάν, κάνει σταφύλι κόκκινο
Πέρδικα περδικούλα και το κρασί μοσχάτο

Το πίνουν α-, κι αμάν αμάν, του πίνουν άντρες και μεθούν
Πέρδικα περδικούλα μ' γυναίκες και ροδίζουν

Κι οποία γυναί-, κι αμάν αμάν, κι οποία γυναίκα κι αν το πιει
Πέρδικα περδικούλα καμιά παιδί δεν κάμει

Ας το πίνει κι αμάν αμάν, ας το πίνει κι μάνα μου
Πέρδικα περδικούλα να μη με καν κι μένα

Που με κάνει κι αμάν αμάν, που με κάνει κι με δούσει
Πέρδικα περδικούλα πουλί μακριά στα ξένα

Ξένοι πλένουν κι αμάν αμάν, ξένοι πλένουν τα ρούχα μου
Πέρδικα περδικούλα, ξένοι τα σαπουνίζουν

Τα πλένουν μια βρε αμάν αμάν, τα πλένουν μια τα πλένουν δυο
Πέρδικα περδικούλα στις τρεις τα ρίχνουν πίσου

Ξένει μ' πάρει και αμάν αμάν, ξένει μ' πάρει τα ρούχα σου
Πέρδικα περδικούλα κι πάντα στη μάνα σου

Σαν είχα μα-, κι αμάν αμάν, αν είχα μάνα κι αδερφή
Πέρδικα περδικούλα δεν τα φιρνα σι σένα

Γ΄εκδοχή

Σι δυο βουνά (ν)ανάμεσα μπιρμπιλιουμαυρουμάτισσα,
κλήμα ήταν φυτρουμένου άιντε μουρή (ν)αρβανιτοπούλα.

Κάμνει σταφύλι ραζακί μπιρμπιλιουμαυρουμάτισσα,
κι του κρασί μουσχάτου άιντε μουρή (ν)αρβανιτοπούλα.

Του πίνουν άντρις δε μιθούν μπιρμπιλιουμαυρουμάτισσα,
μάνις πιδιά δεν κάνουν άιντε μουρή (ν)αρβανιτοπούλα.

Να το ‘πινε κι η μάνα μου μπιρμπιλιουμαυρουμάτισσα,
να μην είχε κάν’ κι ‘μένα άιντε μουρή (ν)αρβανιτοπούλα.

Κι αν μι κάνει τι μ’ ήθιλι μπιρμπιλιουμαυρουμάτισσα,
κι μ’ έδουσι στα ξένα άιντε μουρή (ν)αρβανιτοπούλα.





5. Διώχνεις με μάνα διώχνεις με


Διώχνεις με μάνα διώχνεις με
στ’ αλήθεια θα πααίνω.
Αχ, με τα πουλάκια θα διαβώ
κι μι τα χελιδόνια.
Αχ και τα πουλιά θα νέρχουνται
κι εγώ πάντα θα λείπω.

Αχ, θα πας μάνα μ’ στην εκκλησιά
θα ειδιείς τις νιές θα ειδείς τους νιούς
θα ειδιείς τα παλληκάρια.
Αχ, θα διείς τουν τόπου μου εύκηρου
και στου στασίδι μου άλλου.
Αχ, θα σερν’ς μάνα μ’ παράπουνου
και πίσου θα γυρίζεις.

Αχ σε σταυροδρούμ’ θα κάθεισαι
 
για μένα θα ρωτάεις.
Αχ, θα διείς Τούρκου θα τουν ρωτάς,
 
Ρωμιό θα τουν ζητάζεις:
Aχ, μην είδιατε αμάν αμάν
αχ, μην είδατε μην άκσητε
τουν γιό μου τουν Γιαννάκη.
Τουν είδιαμε τουν άκσαμε
σ’ ηπράσινο λιβάδι.
Μαύρα πουλιά τουν τρώγανε
κι άσπρα τουν τριγυρίζουν.


Β’ ΕΚΔΟΧΗ

Διώχνεις με, μάνα, διώχνεις με, κι εγώ να φύγω θέλω,
 
θα φύγω με τα κάτεργα, θα φύγω με τς αρμάδες.
Μάνα, σαν ‘ρθει τ’ Αι Γιωργιού, πρώτη γιορτή του χρόνου,
 
μάνα, σαν πας στην εκκλησιά και θες να με ξανοίξεις,
 
στράφου δεξιά, στράφου ζερβά να δεις τα παλληκάρια,
 
να δεις τον τόπο μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλο.
Τότες να πάρεις τα βουνά, ν’ αναρωτάς περάτες:
«Περάτες, μην τον είδετε κι εμένα τον υγιό μου;»
«Οψές αργά τον είδαμε στση Μπαρμπαριάς τα μέρη,
 
μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τριγυρνούσαν,
 
μα ένα πουλί, καλόν πουλί, δεν ήθελε να φάει.
«Φάε κι εσύ, καλό πουλί, απ’ αντρειωμένου πλάτες,
 
να ‘χεις τ’ ανύχια πιθαμές και μέτρα τσι φτερούγες».

Γ. εκδοχή : Στις σελίδες της Δόμνας Σαμίου

Διώχνεις με μάνα, διώχνεις με, στ’ αλήθεια θα πααίνω,
μι τα πουλάκια θα διαβώ, κι μι τα χιλιδόνια
κι τα πουλιά θα έρχουντι κι γω πάντα θα λείπω.
Θα πας μάνα μ’ στην εκκλησιά, στην εκκλησιά ’κκλησία,
θα δγεις τις νιές, θα δγεις τους νιούς, θα δγεις τα παλικάρια,
θα δγεις τουν τόπου μ’ εύκιρου κι του στασίδι μ’ άδειου,
θα σ’ έρθ’ μάνα μ’ παράπουνου κι πίσου θα γυρίσεις,
σι σταυρουδρόμ’ θα κάθισι γιά μένα θα ρωτάεις,
θα δγεις 
Tούρκου θα τουν ρουτάς, Pουμιό θα τουν ξητάζεις.
Mην είδγητι, μην άκσιατι του γιό μου, του Γιαννάκη;
Tον είδιαμι, τον άκσιαμι σι πράσινου λιβάδι,
μαύρα πουλιά τουν τρώγανι κι άσπρα τουν τριγυρίζαν...


4. Με γέλασαν τα πουλιά

Πιθανόν το τραγούδι να έχει καταγωγή από τον Έβρο, όμως το βρίσκουμε καταγεγραμμένο σε λίστες τραγουδιών της Ανατολικής Ρωμυλίας

Με γέλασαν τα πουλιά, 
της άνοιξης τ’ αηδόνια.
 
Με γέλασαν και μου `πανε,
 
ποτέ δε θα πεθάνω.

Φτιάχνω κι εγώ το σπίτι μου
ψηλότερο από τ’ άλλα.
 
Σαράντα δυο πατώματα,
 
εξήντα παραθύρια.
 

Στα παραθύρια στέκομαι,
 
τους κάμπους αγναντεύω.
 
Βλέπω τους κάμπους πράσινους
και τα βουνά γαλάζια.

Βλέπω το Χάρο που ’ρχεται
 
καβάλα στ’ άλογό του
Με γέλασαν τα πουλιά,
 
της άνοιξης τ ’ αηδόνια.
 

Με γέλασαν τα πουλιά,
 
της άνοιξης τ’ αηδόνια.
 
Με γέλασαν και μου είπανε,
 
ο Χάρος δε με παίρνει.

Μη με παίρνεις Χάρο,
 
μη με παίρνεις
γιατί δε με ξαναφέρνεις.

Β΄εκδοχή:

Με γέλασανε τα πουλιά
της άνοιξης τ' αηδόνια

Κι έφτιασα το σπιτάκι μου
ψηλότερ' από τ' άλλα

Μ' εφτά οχτώ πατώματα
μ' εξήντα παραθύρια

Στο παραθύρι κάθουμε
στους κάμπους αγναντεύω

Βλέπω τον χάρο να 'ρχετε
παν' στ' άλογο καβάλα



3. Δημήτρω παινεμένη

Παραδοσιακό τραγούδι της Ανατολικής Ρωμυλίας Πρόκειται για τον χορό "Χεριάτικο Τραμπανιστό", ο οποίος ήταν γνωστός και χορευόταν στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Ο χορός και το τραγούδι τραγουδιόταν στη Μπάνα (περιοχής Μεσήμβριας) της Ανατολικής Ρωμυλίας. Το τραγούδι αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός, που συναίβει στο χωριό Ραβδά, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Η Δημήτρω αγαπά τον Παναγιώτη Θεοχαράκη, επαγγέλματος γραμματικός,  από το χωριό Μπάνα, και όχι τον φτωχό Κωνσταντή με τον οποίο είναι ήδη αρραβωνιασμένη . Η αγάπη αυτή ουδέποτε εκπληρώθηκε με όρκους γάμου. Η ιστορία αναφέρει ότι μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών η κόρη ήρθε στην Ελλάδα, ενώ ο Παναγιώτης έμεινε στην παρέμεινε στο χωριό του και φονεύτηκε από τους Βουλγάρους.

Οι στίχοι:

Δημήτρω παινεμένη, Δημήτρω ξακουστή
πρωταρραβωνιασμένη σ' Αννιώς τουν Κωνσταντή.
Τουν Κωνσταντή δε θέλει που 'ναι παιδί φτωχό
θέλει τον Παναγιώτη τον γραμματικό.
Πάρε με Παναγιώτη να πάμε στουν Ραβδά
μάνα μου θα σι κάνει Ραβδιώτικο μπαμπά.
Πάρε με Παναγιώτη απ όχω τόσο κάλλ(η)
μάνα μου θα σε κάνει μες στον Ραβδά μπακάλ'.
Τι να σε πω Δημήτρω, τ' αρέζω 'γω του κάλλ(ι)ς
δεν θέλω 'γω να γέννω μες στο Ραβδά μπακάλ'ς.

Β΄εκδοχή

Δημήτρω παινεμένη Δημήτρω ξακουστή
Πρωτοαρραβωνιασμένη στον νιό τον Κωσταντή
Τον Κωσταντή δε θέλει πούναι παιδί φτωχό
Θέλει τον Παναγιώτη το γραμματικό.
Πάρε με Παναγιώτη να πάμε στου Ραβδά
Μάνα μου θα σε κάνει Ραβδιώτικο μπαμπά
Πάρε με Παναγιώτη απ’όχω το σοκάλ
Μάνα μου θα σε κάνει μες το Ραβδά μπακάλ(η)
Τι να σου πω Δημήτρω τ’αρέσω του ντουκάλς
Δε θέλω γω να γίνω μες του Ραβδά μπακάλς


        2. Κάτω στα ρόδα

Τραγούδι που χορεύεται στους ρυθμούς της Μπαιντούσκας.

Οι στίχοι:

Kάτου στα Pόδα, στα Pοδοπούλα
ξένους αγάπ'σι μια ρωμιοπούλα
κι η ρωμιοπούλα δεν τόνε θέλει.
Πάρτουν, κόρη μου, τουν ξένουν άντρα,
 
θα σι φουρέσει φλουριά κι χάντρα.
Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε παίρνω,
 
δεν τόνε θέλω τουν ξένουν άντρα
κι ας μι φουρέσει φλουριά κι χάντρα.


      1.  Κάτω στην Αγιά Μαρίνη

Το τραγούδι κατάγεται από το χωριό Κωστί της Ανατολικής Ρωμυλίας. Χορός Καρσιλαμάς. Το τραγούδι συναντάται και σε περιοχές της Ηπείρου.

Κάτω στην Αγιά Μαρίνη και στη Παναγιά
δώδικα χρονώ κορίτσι εγίνει καλογριά
δώδικα χρονώ κορίτσι εγίνει καλογριά

Μήδε το σταυρό του κάνει, μήδε προσκυνά
μόνο βλέπει τα παληκάρια και κρυφά γελά
και σταυροδρόμια κάθεται και κρασί πουλά
και σταυροδρόμια κάθεται και κρασί πουλά

Πέρασε κι ένας λεβέντης και την ερωτά
Πέρασε κι ένας λεβέντης και την ερωτά

Πόσο το κρασί κυρά μου, πόσο η οκά;
Πέντε φράγκα στους γερόντους, τζάμπα στα παιδιά
Πέντε φράγκα στους γερόντους, τζάμπα στα παιδιά

 Στις σελίδες της Δόμνας Σαμίου το συναντάμε όπως παρακάτω:


Kάτω στην αγιά Mαρίνη και στην Παναγιά
δώδικα χρονώ κορίτσι έγινε καλογριά.
Mήδε το σταυρό του κάνει, μήδε προσκυνά,
μόνο βλέπ’ τα παλικάρια και κρυφά γελά
και στα σταυροδρόμια κάθ’ται και κρασί πουλά.
Πέρασε κι ένας λεβέντης και την ερωτά.
 
- Πόσο το κρασί, κυρά μου, πόσο η οκά;
- Πέντε φράγκα στους γερόντους, τζάμπα στα παιδιά.




Στην Ήπειρο οι στίχοι έχουν όπως παρακάτω:

Κάτω στην Αγιά Μαρίνα και στην Παναγιά
δώδεκα χρονών κορίτσι, πάει καλόγρια.
Με σταυρούς, με κομπολόγια πάει στην εκκλησιά
ούτε το σταυρό της κάνει, ούτε προσκυνά.
Μόν' τηράει τα παλικάρια και χαμογελάει
κάθεται στα σταυροδρόμια και κρασί πουλάει.
- Πόσο το κρασί κυρά μου, πόσο το ρακί;
- Πέντε, δέκα, στους γερόντους, τζάμπα στα παιδιά.


Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.