Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Ελλήνων Δημιουργών. Το Ιστολόγιο είναι ανοικτό σε όλους τους δημιουργούς Ποίησης που επιθυμούν την ανάρτηση των ποιημάτων τους στο συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο. Μπορείτε να αποστέλλετε τα ποιήματά σας στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com\
Το όνομα του Δημιουργού (Ποιητή) αναγράφεται στο κάτω μέρος της κάθε ανάρτησης και στην ένδειξη : Ετικέτα



Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Που χάθηκες!



Που χάθηκες βασίλεμα
και νούφαρο της λίμνης, 
ονείρων μου τα βότσαλα
σαν έριχνα βαθιά?
Ανασεμιά υάκινθου
διαρκώς πως αργοσβήνεις,
στης πόλης την απρόσωπη
…ισόβια καταχνιά!!

Αμόλυντη, που χάθηκες
του κύκνου ομορφάδα,
στον ήλιο καθώς φτέριαζες
μια κάτασπρη ορδή.
Άνυδρες κοίτες άφησες
σε ποταμίσιο…διάβα,
να…πνίγουν το συναίσθημα
να αυξάνουν την οργή!!

Χλωμό ηλιοτρόπιο
απόγειρες στους ίσκιους,
που χάθηκες ανέπαφο
χωρίς να σε θωρώ.
Στη καπναιθάλη έσβησες
μαζί , με τους ιβίσκους?
Αυθόρμητα από μέσα μου
αυτό, δεν το μπορώ!!

Αηδόνι αργυρόηχο,
γλυκόλαλε ερημίτη,
στη ρεματιά βουβάθηκες,
που χάθηκες κι’ εσύ? 
Τώρα των αποκρουστικών
ασμάτων μόνο η θλίψη
αφύσικα και βαρετά,
μονότονα αντηχεί!! 

Που χάθηκες εννιάφυλλη
λευκή μου μαργαρίτα
που σε μαδούσα επίμονα
να βρω αν μ’ αγαπά.
Σβήνει η πλαγιά που άνθιζες 
γεμάτη αποκαΐδια,
το βλέμμα μου που να…απλωθεί
πλέον, με τι καρδιά!

Που χάθηκες γιορταστική
ομορφιά των χρυσανθέμων,
του φθινοπώρου π’ έφερνες
ολόγλυκη χροιά.
Κακάσχημη απομίμηση 
αυτό π’ ,έχει απομείνει
σ’ ένα καλάθι πλαστικό,
κινέζικη ανθεμιά!!

Που χάθηκες μεθυστική
ευωδιά των αρωμάτων,
πίσω από κάδους σκουπιδιών
που παίζουν τα παιδιά?
Τριγύρω μου καθολική
η έκλειψη χρωμάτων,
πέφτει βαριά , ασήκωτη
θαρρείς σαν…βλαστημιά

Αρτέμης Αξαρλής.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Παρουσίαση της Ποιητικής Συλλογής : Στις μεταμορφώσεις του Χρόνου της Φωτεινής Αγγουριδάκη


«Τα λύτρα» Ποιητική Συλλογή του Μάρκου Μέσκου που έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 2013 (εκδόσεις Γαβριηλίδης)


Δήθεν αιωνιότητα

Μοναδική του ηδονή το σήμερα
με το φως του ήλιου και θάλασσα βαθιά γαλάζια
χελιδόνια που δίνουν την τροφή στον αέρα
τιτιβίζοντας ευχαριστημένα σήμερα
με το νέο δάσος και το χορτάρι και τα ζωντανά
μέρα νύχτα και με φεγγερή σελήνη πολεμούν
οι αλλόφρονες ενάντιοι στους άλλους πλανήτες
για το χρήμα το ματαιόδοξο το θανατηφόρο σήμερα
εφτά του Αυγούστου ημέρα Τρίτη, στον τροχό του Χρόνου
το έτος 2007 μετά Χριστόν — κι εσύ μόριο φευγαλέας
σκόνης ένα τίποτε.
Ενδοχώρα
Γκρίζο πρωινό σκελετωμένα δέντρα ορίζοντες τυφλοί
για ‘κει που πας κανείς δεν σε προσμένει• φώτα χλωμά
ο πεινασμένος κι άλαλος κοκκινολαίμης μόνο
βουβός ο δρόμος κρύο πολύ
πάχνη στο αναποδογυρισμένο χώμα
–άξιος είμαι πάρε με!
Σήματα

Πεινασμένος ο λόγος που καρτερεί σιωπηλά
λέξεις που σημαίνουν λέξεις που δεν σπιθοβολούν
λέξεις που εγείρονται να μιλήσουν πάλι βιαστικά
μην τάχα δεν προλάβουν…

«Η ανορεξία της ύπαρξης» Ποιητική Συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ που έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 2012 εκδόσεις Καστανιώτη.

Η ανορεξία της ύπαρξης 


Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

διαβάστε τη συλλογή: 





Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Ορμονικό άλλοθι



Δεν φταίει ο άνθρωπος
γι αυτό που είναι,
παρά οι ορμόνες του
και η δοσολογία τους στο αίμα του.
Περισσότερη τεστοστερόνη
μπορεί να βγάλει
τον επαναστάτη ή τον εξουσιαστή.
Μεγαλύτερη δόση κορτιζόλης
γεννάει τον ραγιά ή τον εξουσιαζόμενο.

Kι οι πόθοι οι ερωτικοί
τίποτ’ άλλο δεν είναι
παρά εκρήξεις ντοπαμίνης
και σεροτονίνης στον εγκέφαλό του.

*
Λ.Κατσιγιάννης

από τη συλλογή "μικρά κι ελληνικά"

ΟΠΟΙΟΣ ΔΕ ΒΡΗΚΕ ΑΝΘΡΩΠΟ / Μάριος Βασιλόπουλος





Όποιος δε βρήκε άνθρωπο
Τον πόνο να μοιράσει
Κρύφτηκε μέσα στη σιωπή
Σαν το πουλί στα δάση.

                  *
Κίτρινα φύλλα στην ψυχή
Βροχή στο πρόσωπό του
Όποιος δεν ήρθε στη ζωή
Να βρει τον άνθρωπό του.

                  *
Όποιος δε βρήκε άνθρωπο
Το χέρι του να δώσει
Έφυγε απ’ όλους πιο νωρίς
Τη νύχτα ν’ ανταμώσει.

«Κρυφός κυνηγός» Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου από τις εκδόσεις Κέδρος. Έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 2011

Οι παλαιοί εαυτοί μου

Που πήγαν όλοι, που χάθηκαν;
Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,
το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,
ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,
ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος,
των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,
που πήγαν, που χάθηκαν;

Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε.

Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία,
ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους,
κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.

Σκύλε

Σκύλε που πας πίσω από το άλογο
και σκύλε που φυλάς το καπέλο του αφέντη.
Οδηγείς μεσ’ απ’ την πάχνη νομάδες
που αθόρυβα σε εμπιστεύονται.
Ιδού, μαζί περπατάτε,
σας βλέπω στα βάθη της πεδιάδας ατμώδεις,
έτσι πως πάτε να χτυπήσετε την πόρτα της μοίρας και πάλι.
Σκύλε, είσαι αμέριμνος,
πλην όμως οσμίζεσαι το θάνατο και κλαις στα πηγάδια.
Σκύλε, κεφάλι κρουστό και κρανίο σε φεγγάρια σεληνιασμένο.
Είσαι αδερφός πλην όμως ασθμαίνεις σαν πατέρας.
Το σούρουπο απ’ το ρύγχος σου κατεβαίνει
κι απ’ τα μάτια σου σπίθες ξεφεύγουν παλιάς πυρκαγιάς.
Στέλνεις τη φωνή σου στο υπερπέραν
και ύστερα έκθαμβος σαν ξένη κάθεσαι και την ακούς.

Σκύλε που τρως, σκύλε που τρως σύννεφα.

Σύλβια Πλαθ

Με χέρι στιβαρό και γενναία καρδιά
αποκαλύπτει τη φθορά απ’ τις φόδρες της.
Ο λόγος της πουλί μαύρο που χέρι απρόβλεπτο
ψάχνοντας για κάτι άλλο το ξεβόλεψε απ’ τη φωλιά του̇
αψύς και θερμός λόγος, νήπιο κλάμα μωρού
και πρώτο δόντι βγαλμένο παιδιού
σε πετσέτα λευκή βαπτίσεως, κόκκινο, ματωμένο.

Φωνή λέαινας αλλά και παράπονο γυναίκας
που ξεντύνεται στο άλλο δωμάτιο
ύστερα από ματαίωση πολυπόθητης εξόδου.
Ήχοι βημάτων ακαθόριστων, επισκέψεων θανάτου.
Μουσική κλαγγή ξύλου, ομιλίες σιωπών, χάσματα κενών
και μπαρούτη λαχανιασμένη σε κοιλώματα βροχής.
Προαίσθημα φόβου ακόμη και φθινόπωρο, θάλασσα,
εξοχή, δάκρυα, παρελθόν, ενάργεια, μοναξιά
και στο βάθος της λίμνης
το δαχτυλίδι της μνήμης να λάμπει. 


«Ρήματα» Ποιητική Συλλογή του Παντελή Μπουκάλα. Έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 2010 (εκδόσεις Άγρα)

Σύνοψη

Μια μεταφορά ο βίος
Κυριολεκτικά

Ακάθεκτα περνούν τα χρόνια μας τα στάσιμα
ένας αέρας πες ένας αέρας. Ούτε.
Εκείνος, μια θ' αναστήσει τη φωτιά
μόλις που σβήνει
μια τα καράβια θα τα κινδυνέψει
μια πιο αψύ θα κάνει το κρασί.
Αέρας το λοιπόν.
Αφού το λες.
Φυσάει και φεύγει.
Απ' την πληγή δεν απομένει παρά η μνήμη της,
λειψή κι εκείνη,
μακρινή. Τότε. Θυμάσαι. Δεν θυμάσαι;
Τότε που έφυγε ο...
Ο;
Ολα τα συνοψίζει ο θάνατος


Φυσικά

Φαντάζομαι το χέρι της.
Να μεθοδεύει την παραφορά
τραγούδια μυστικά διαλέγοντας,
να ξεσκονίζει μνήμες
να χαϊδεύει νότες.
Αχ να 'μουν νότα, έστω τραυλή,
έστω θραυσμένη,
χάδι το χέρι της να μου δωρίσει πύρινο
ώς την απανθράκωση.
Φαντάζομαι τα μάτια της.
Να συννεφιάζουν, να πανηγυρίζουνε,
να λάμπουν, ολόγιομα να λάμπουν
ακούγοντας τραγούδια της αγάπης και της ξενιτιάς,
παιδί παιδάκι ο χρόνος
και να κολυμπάει στην υγρασία τους.
Αχ  να 'μουν τραγούδι να με πει
να με στολίσει,
να μ' ευλογήσει ο ρυθμός της
την ψυχή να λύσει.

Φαντάζομαι το δάκρυ της. Δακρύζω.
Στο γέλιο της γελώ και θριαμβεύω.
Φαντάζομαι την πίκρα της. Ραγίζω.
Και μέσα απ' τις ρωγμές μου ταξιδεύω.


Στην ξενιτιά της γλώσσας

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.
Πάντως Κυριακή,
τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι.
Αλβανοί.
Τώρα μιλάνε δυνατά
και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε
φοβισμένος ο καιρός της σιωπής.
Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.

Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία,
καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευτθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί
 της γλώσσας και του δέρματος
δεσμεύουν τη φωνή τους
αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.

Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων
παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,
λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός,
κομπιάζει η μνήμη.
Εκείνο το βαρύ το αγενεολόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του»
σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα.
 Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού,
 μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας
όταν γράφεται.
Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες
ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά
απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ ους ομόγλωσσους
που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.

Μια ξενιτιά η πατρίδα σου.
Σαν έρωτα που τον ζητάς
μόνον για να τον χάσεις.

 Νταλκάς

Τον έρωτα σε λέξη μια πώς να τον καταφέρω,
πάντως πιο ταιριαστός μου φαίνεται ο σεβντάς,
όχι σεκλέτι ή ντέρτι. Αγρίως υποφέρω
μα στην αγάπη δεν χωράει «ταν ή επί τας».
Δεν είναι δίλημμα η αγάπη, είναι σπαραγμός,
κι όταν μιλιέται κι όταν άρρητα πονάει.
Δεν είναι λίμνη η αγάπη, είναι ποταμός,
κι αν καμωθείς το βράχο, σε σαρώνει όπως ξεσπάει.
Σεβντάς, λοιπόν, λαχτάρα που αγριεύει,
και ρήματα σοφίζεται και μουσική
όταν με το κενό και την απόσταση παλεύει,
κι ας ξέρει πως αγιάτρευτη η πληγή.
Νταλκάς, σεβντάς και ντέρτι και σεκλέτι
– α, γλώσσα ωραία, πλούσια ελληνική.
Γλώσσα του έρωτα του κόσμου όλες οι γλώσσες
– κι όλες μαζί λαβαίνουν νόημα απ’ τη σιωπή.

 Ανώνυμο

Α μωρέ Πάνο
Πόσα τραγούδια θ’ απομείνουν ατραγούδιστα
και πόσοι στάσιμοι χοροί
ματαιωμένοι.
Κι ας επιμένει η γλώσσα
να γυρνάει λέξεις και μουσικές σαν ξόρκια
Κι ας δοκιμάζει το κορμί να εγερθεί
και να κινήσει
Βουβά θα μείνουν τα τραγούδια μας
μωρέ Δήμο
το σώμα αργό
καθηλωμένο από της μνήμης το φαρμάκι
γιατί δε γίνονται χοροί χωρίς παρέα
και τα τραγούδια μας
συνδυό- συντρείς ή τίποτε
Κι είμαστε πια πληνδυό- πληντρεις
Κι είμαστε πια πλξνδυό- πληντρείς- πλην πόσοι
– είμαστε τάχα;
Και τα τραγούδια μας γυρνούν αυθόρμητα
σε μοιρολόι
μωρέ μάνα
σε μοιρολόι αδάκρυτο
Μόνο το αίμα του θυμού το υγραίνει


Το αίμα ενός πατέρα που υπήρξε λείποντας.

«Λιμός» Ποιητική Συλλογή (Εκδόσεις : Νεφέλη) της Δήμητρας Χριστοδούλου που έλαβε το 2008 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης

ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΣ

Των φυσικών των χαρισμάτων μαρασμός, 
Των επίκτητων αποθερισμός, 
Της υστερίας οργιώδης βλάστηση:
Αυτά με συγκροτούν ως μητέρα.

Αλλά ως ουρανός διαφέρω.

Διαθέτω όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται:
Ασύνορη έκταση, βυθό αχανή, καρτερία,

Ως και το πάμφωτο φεγγάρι.

«Αυτοβιογραφία ενός στόχου» Ποιητική Συλλογή του Ντίνου Σιώτη που το 2007 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Εκδόσεις Κέδρος )

«Είναι κάτι μέρες που μας ξαναδίνουν ζωή
λένε τα πάντα και μέσα τους
ανοίγουμε όπως οι αχηβάδες στο βράχο…»


ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ

Λίγο πριν έρθει η καταιγίδα
λίγο πριν θαμπώσει το γυαλί
λίγο πριν πέσουμε στην παγίδα


ας φάμε τα ψάρια με τα λέπια
ας ρίξουμε σωσίβιο στο μέλλον
ας στρώσουμε στην πόρτα το χαλί.

«Αντίποδες και σφενδονήτες» Ποιητική Συλλογή του Τάσου Γαλάτη που έλαβε το 2006 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Εκδόσεις : Γαβριηλίδης )

ΑΝΙΠΤΟΠΟΔΕΣ ΚΑΙ ΣΦΕΝΔΟΝΗΤΕΣ
Θέλω να πεθάνω για να μην πονώ·
ο μόνος στίχος από τα παλιά ρεμπέτικα
πού τραγουδώ συχνά πυκνά
καμιά φορά κραυγάζοντας
και κάποτε με ουρλιαχτά στο έρμο σπιτικό μου.
Μα τότε ήτανε αλλιώς
τότε ο θάνατος ήταν ακόμη ανύπαρκτος
κι ας έτρεχε ποτάμι το αίμα στα βουνά
κι ας στέναζαν οι φυλακές κι οι εξορίες
κι ας έφτασε το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης
το μήνυμα στην εκκλησιά
πάνω που ο στεντόρειος Παπα-Στρατής
βγάζοντας τον Εσταυρωμένο
βοούσε το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου»
πώς πάει, ο πατέρας μου σκοτώθηκε
στο άγριο μακελειό της Βαμβακούς
κι ή μάνα μου γκρεμίστηκε λιπόθυμη απ΄ το στασίδι.
Τότε πού παίρναμε την κατηφόρα για το ρέμα
ο Μπάτης, ο Κουσκούνης κι ο Μπουμπούνας
η Νίκη του Μαλαφέκα, το αγοροκόριτσο
ο Κατραμάδος κι ό Τιγκίρης
κι άλλοι πολλοί με τη δική του σφραγίδα ο καθένας
απ΄ το μεγάλο μακελειό
και τίνες μάλιστα εξ αυτών
εντός ολίγου ποδοσφαιριστές δαφνοστεφείς
ανά το Πανελλήνιον
ξυπόλητοι, με τις πατούσες μαύρες από το λιγνίτη
τραγουδώντας το ηρωικό
«είμαστε αλάνια» (δις)
στις ανθισμένες λυγαριές της ποταμιάς
ψάχνοντας ποιος θα βρει το πιο γερό τσατάλι
για να ταιριάξει τη σφεντόνα του.
Ανιπτόποδες και σφενδονήτες
στην Καλογραίζα του ΄47, ΄48 και ΄49
με τη δική του σφραγίδα ο καθένας
απ΄ το μεγάλο μακελειό
κι όλοι μας διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα.

«Στέφανος» Ποιητική Συλλογή του Νάσου Βαγενά που έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 2005 (Εκδόσεις : Κέδρος)

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΖΑΖΗΣ

Το μνήμα – βαθυστόλιστο – είμαι του άφθαρτου
ιερουργού των Εφυμνίων της Αβύσσου.
Του εκτός σχολών και υπεράνω εποχών
ανατροπέα κάθε τεχνοτροπίας.
Έζησε ευτυχής. Όμως εκεί κάτω
μονάχος περιφέρεται, βαρύς, γιατί οι νεκροί
αποστρέφονται τους αθανάτους.

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ

Άφησα πίσω μου ποιητικές συλλογές δέκα,
πέντε για τους πολλούς και πέντε για τους λίγους,
με στίχους θεοδώρητους, που ιχνηλατούν
τα όρια του μηδενός.
Οι πιο πολλοί δεν τις διάβασαν,
οι λίγοι δεν τις κατάλαβαν.
Αδιάβαστος, ακόμη, και ακατανόητος,
αν και δεν ζω, ελπίζω.



Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.