Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Χορτιάτης, ημέρα Κυριακή



Βαδίζαμε στο μονοπάτι του βουνού
την κρατούσα από το χέρι
και της μάθαινα τις ημέρες της εβδομάδας.

Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη απάγγειλα
Δευτέρα Τρρρίτη Τετάρτη επαναλάμβανε
σέρνοντας το ρο της Τρίτης μ' αμερικάνικη προφορά

εγώ κι η μικρή μου ανιψιά
εγώ κι οι μέρες οι εφτά ταραγμένο μελίσσι
βουίζαν γύρω μας βομβίζαν θυμωμένες
τα λόγια μου καπνός

άλλες δεν έχει; με ρώτησε ξάφνου
πάνω που κορωμένος ωρυόμουν
σαν να 'ταν το ποίημα το καλό
μ' εφτά μονάχα λέξεις

πείσμωσα, συνήλθα στο λεπτό
άρχισα να της μιλώ
για τις λίμνες που ασπρίζαν αντίκρυ
για τα ελάφια και τους πάνθηρες
που ξεδιψούσαν εκεί πριν από τ' αγκάλιασμα
στα χρόνια τα παλιά
για της αρκούδας τα λημέρια πιο ψηλά

για τα λιοντάρια που κάποτε ζούσαν εδώ πάνω
τ' αγριογούρουνα, τους λύκους, τα τσακάλια
τώρα κρεμόταν από το στόμα μου συνεπαρμένη
θα σε φάω της λέω ξάφνου
δεν είμαι η γιαγιά σου
και οι απαντήσεις είναι:
για να σ' ακούω καλύτερα
για να σε βλέπω καλύτερα
για να σε μυρίζω καλύτερα
για να σε φάω μικρούλα μου

κοιτούσε τα δόντια μ' απορία
σφήνωσε λίγο στα ούλα η παχουλή αχλή
αυτήν τη μέρα που ο κόσμος όλος την έχει για αργία
αυτήν αργοκατάπινα κι εγώ: τη μέρα Κυριακή

Πρώτα πέθανε η κότα



Αυλή σπιτιού πριν από δυο αιώνες.
Στη μέση ένα πηγάδι.
Πλάι του ποζάρει μια κυρά.

Δαντελωτό πουκάμισο, φούστα μακριά
γόβα λουστρίνι, ύφος ασορτί.
Κοιτάζει τον φακό αγέρωχη, πόδι προτεταμένο
το χέρι στη μέση τσακισμένο
μειδίαμα κάπως
κρεατί.

Στην άκρη της εικόνας
μια δίποδη θολή σκιά
κότα κουνημένη
πάνω στο κλικ κάτι τσιμπά στις πλάκες
σκυμμένη.

Πρώτα πέθανε η κότα.
Ύστερα πέθανε η ανώνυμη κυρία
ούτε που την θυμόταν αυτήν την κότα.
Σε λίγα χρόνια γκρεμίστηκε το σπίτι
πεθάναν πια οι γείτονες
μπήκαν κι οι κότες στα ψυγεία.

Μάλλον βρισκόμαστε
στη μέση του ποιήματος.

Δωμάτιο σπιτιού πριν από έναν αιώνα.
Στην άκρη, ένα γραφείο.
Μπροστά του κάθεται ο ανώνυμος ποιητής.
Σαν βιοδιασπώμενος. Σωστή πλαγγόνα.
Είμαι ταφή εγώ, λέει και ξαναλέει
μελετώντας την εικόνα.

Πάνω στο γραφείο του
ένας λευκός λεκές μια κόλλα
με μια μισογραμμένη ελεγεία -- όχι νεκρολογία --
για κάποιαν άγνωστη κυρά, την κότα της
κι ένα πηγάδι σε μιαν αυλή.
Στίχοι ζεστοί, σπαρταριστοί, όλο ζωή.

Πρώτα πάλι πέθανε η κότα.

Μπορεί και νευρικό



Εκφωνούσαμε αναμνήσεις
πάνω από τις σουπιές
εκείνος θυμήθηκε τα παγωτά που κρύψαμε
σ' ένα μεταλλικό συρτάρι δεν έλιωναν δυο μήνες
πηγαίναμε τα βλέπαμε μα τι χημεία
εγώ θυμήθηκα που μια χρονιά κάναμε μάθημα στο υπόγειο
τσιμουδιά για τη βελούδινη παλάμη της
ένα απόγευμα που ήταν εκείνη επιμελήτρια
μετά διαφωνήσαμε για το πού έγινε η κηδεία της δασκάλας μας
ο καθένας έλεγε άλλη εκκλησία φυσικά έχω δίκιο
συμφωνήσαμε πως η νεκροφόρα παρκάρισε μπρος στα σκαλιά
πρώτη φορά που βλέπαμε κι οι δυο φέρετρο ζωντανό όχι ταινία
εμείς λέει παραταγμένοι ανεβαίνοντας δεξιά
έχε γεια δασκάλα Ζανταγιά
είχαμε σκάσει στα γέλια μπορεί και νευρικό
όταν ήρθε το παλιάμαξο τότε πλαντάξαμε στα χάχανα ωραία ήταν
μου λέει να πάρουμε και σαρδέλες να πάρουμε του λέω
μετά κάτι για τον πάοκ και κάποιον πατατούδη
εννοείται θα σκίσουμε τον Μάιο κύπελλο υποθέτω
όμως ο Μάιος απέχει σαράντα μέρες μέχρι τότε
θα έχω φάει μια σκάφη ψάρια σίγουρα μισό αρνί έναν ορυζώνα
ένα βυτίο πορτοκαλοχυμό ένα ψωμί δυο ρίζες μαρούλι ζόρικο
μια νταμιτζάνα τσίπουρο ρετσίνες και ουίσκια δεν μετράνε
μα μόλις πάρουμε το κύπελλο όλα τους θα γίνουν αναμνήσεις
θα 'χω μπόλικο πράμα στο νησί το καλοκαίρι φύσ' αέρι
κάτω στον βυθό έρχονται όλα στο μυαλό ίσως η πίεση
θα σκάσω καμιά μέρα ας σκάσω ύστερα στο χάραμα
μαλακώνουν βγαίνουν πρώτα στ' όνειρο σκιές κοκόρια στυσάρες
του λέω να πάρουμε και μια πατάτες αναμνηστικές
να πάρουμε μου λέει δίχως ν' απορήσει έμαθε πια
τότε κάτι σαν μελαγχολία έπεσε και το φως
έφυγαν κι οι φοιτήτριες ξεθώριασε η Ολύμπου
με κοίταξε σιωπηλός για μένα να γράψεις πως εκείνη τη μέρα
η μάνα μου ήταν πολύ βαριά γεμάτη παντού δεν ξέρω
αν θα προλάβει το κύπελλο ας μην την κάνουμε
ανάμνηση από τώρα εντάξει φίλε τον κοίταξα κι εγώ
όρε κάτι βλέμματα μεταμοντέρνα τίγκα στην αποδόμηση
να κι ο χαλβάς
αντίο μας κι εμάς.

Συμπεθέρες



Η λέξη συμπεθέρα
μοιάζει με σύθαμπο.
Παραθερίζουν οι σάιμπερ στην Ηράκλεια καλωδιωμένες
ο Λου στα πόδια τους κυλιέται.
Θέλω να πω, το θέρος δεν είναι μόνο μπύρες
για να γλεντάει ο αφρός τους μες στις κάσες,
ούτε ο σάι σάμπα στο υπόγειο φετινός,
είναι επίγειες αγαπησιάρικες ανάσες
που τις σκανάρουν μία κόρη κι ένας γιος.

Reinhart Wolf: New York, σελίδες 34 και 35

Σουρουπώνει το μέγαρο μεγαθήριο
μες στη φωτογραφία
-- έγχρωμο, δισέλιδο, γυαλιστερό.
Μισάνοιχτες κουρτίνες, αμπαζούρ, φυτάκια, δειλινά, υδρορροές, σαλόνια,
μπαλκόνια μείον, σιγά το ακροκέραμο σαν τράγος.
Εκατόν σαράντα δύο τα παράθυρα τι πλάνο
κοντινό απ' την απέναντι ταράτσα πάμε μαζί επάνω
να ρίξουμε μια ματιά.
Ψυχή δεν φαίνεται που πήγαν όλοι
άδεια δωμάτια ρεύονται στον φακό
είναι κανείς εδώ;
Στο πίσω μέρος της εικόνας σίγουρα μέγα πάρτι ποδοκροτεί
μες στις κουζίνες, στα λουτρά, στα υπνωτήρια, στους διαδρόμους
κουτουρντίζει το αθέατο καλά κρατεί.
Τούλα να με λένε
κι ας κοιμίζω τώρα τα μικρά, να, τρίτο παράθυρο αριστερά,
πήγε κάποιο πλάσμα να πει μα δεν διότι
έπαθε μια τρικούβερτη σιωπή
κάποιος του μηδένισε τον ήχο στη στιγμή.
Άκρα του τάφου σιωπή δεν είν' εδώ ντοκιμαντέρ
λαλεί πουλί και πάρ' το κάτω.
Κοκοφοίνικες ώρα μηδέν. Μέχρι το χίλια.

Ώσπου θροΐζει το κτίσμα τίκτεται
μες στη σιγή φτου βγαίνω.
Ναι σταλάζει μια βρύση
ψηλαφητά εγείρεται η γραία να την κλείσει.
Ναι το βρέφος στη κούνια σκούζει βουβό
τα σκότη του βυζάξαν τη φωνή μέσ' απ' τον αφαλό.
Ναι βάζει τώρα στην πόρτα το κλειδί
στραβή γραβάτα βλέμμα φερετρί.

Ναι άλλη μια μέρα κοντεύει να λήξει στρωτά
κι αν τούτη η εικόνα είναι η απάντηση σε κάτι
τότε, ποια είναι η ερώτηση;
και ποιος ρωτά;

Ποίημα αξίας 5 ευρώ

Με παραφύλαγε σε μια γωνιά στημένος
λεκιασμένο μπουφάν, πουλόβερ λερό, μαλλί πιο λιγδερό
στα χρόνια μου περίπου, γύρω στο εξήντα γεννημένος
άρα πρόλαβε τους Ζέπελιν στα ντουζένια τους
σιχάθηκε το ροκεντρόλ
είδε τις πρώτες πιτσαρίες να ανοίγουνε με γκαρσόνια-παπιγιόν
φόρεσε καμπάνα τζιν αμπέχωνο μοντγκόμερι μακρύ κασκόλ
ενώ το Λόουερ Προφίσενσι ήτανε γάμου λαμπρού προσόν
μου λέει: Φίλε σε παρακλώ
ψάχνω για τριάντα ευρώ
κάπου να βρω να κοιμηθώ
ήμουνα στην απεξάρτηση και βγήκα το πρωί
μήπως σου βρίσκεται κάνα «χαρτί»;
Με πέτυχε πάνω που ολοκλήρωνα μια σκέψη πολύ χύμα
η οποία έληγε στη λέξη «σιθρού»
ούτε που κατάλαβα τι έκανα το θύμα
του έδωσα πέντε ευρώ σε χαρτονόμισμα και συνέχισα γι' αλλού
εκείνος στήθηκε πάλι στη θέση του να τσακώσει τον επόμενο
σιγά σιγά άρχισα να συνέρχομαι, ώσπου με λογισμό φλεγόμενο
υπολόγισα τα λεφτά σε δραχμές κι έφριξα φρίκη μεγάλη
ούτε στον Κομμένο Πόδι δεν έχω δώσει ποτέ τόσα
ύστερα θυμήθηκα την όψη του, μισό βουβάλι
απ' όσο ξέρω κανείς δεν βγαίνει από την απεξάρτηση
με σκεμπέ και διπλοσάγωνο τίγκα στις πατσιές
όμως δεν θύμωσα, επικράτησαν σκέψεις αγαθές
δε βαριέσαι είπα είναι ντροπή να τα ζητήσω πίσω
χώρια που μπορεί να τα έχει πράγματι ανάγκη
να φάει, να πιει, να τρυπηθεί, να χαϊδευτεί
στο κάτω κάτω τ' άξιζε τα λεφτά του
αφού κατάφερε κοτζάμ ποιητή να εξαπατήσει

καθώς κι εκείνος τώρα εδώ με τη σειρά του
πάει ο ζήτουλας, με λόγια, μιαν απάτη να στήσει.

Προφορική ζωή

λέω, με παίρνει το φως απ' τις φλέβες
τον αφαλό και με πίνει
σ' ένα δωμάτιο σκοτεινό, Τετάρτη
και βγαίνω διάφανος, διάσημος, λαλίστατος
αφήνοντας πίσω
με τα ρούχα και τις ημέρες
σωρό στο πάτωμα,
τα χρώματά μου να θορυβούν με πάταγο
ησυχάστε χρώματα: έρχονται οι λέξεις
μαύρες ελιές μες στο ζυμάρι, για να μας πάρουν μόνους
στα υπερώα τα ομιλητικά

Τέσσερις άνθρωποι γύρω από το τζάκι


Τέσσερις άνθρωποι γύρω από το τζάκι
πίνουνε τσίπουρα και λένε ιστορίες.

Μέσα στο τζάκι
λαμπαδιάζουν τα κούτσουρα της οξιάς.

Την περασμένη άνοιξη
δυο άντρες κάθονταν κάτω από αυτήν την οξιά.
Πίνουν τσιγάρα και λένε ιστορίες.
Ύστερα πιάνουν τα τσεκούρια και τη βαρούν.

Εκείνη την ώρα
περνάει παραπέρα ένας
σιωπούν τα κοτσύφια
θλίβεται λίγο η λιακάδα.

Χαιρετά τους ξυλοκόπους γέρνοντας το κεφάλι
και χάνεται
κανείς τους δεν τον είδε ξανά.

Οι ξυλοκόποι τελειώνουν το τσεκούρεμα
και γυρίζουν ο καθένας στο σπίτι του.
Ανοίγουν την τηλεόραση και πίνουν μπύρες
μέχρι να τους πάρει ο ύπνος στον καναπέ.

Δεν είχαν τσεκούρια
ηλεκτρικό πριόνι είχαν.
Το είδε ο περαστικός.

Δεν ήταν περαστικός
φάντασμα ήταν.
Το είδαν οι ξυλοκόποι.

Την Κυριακή στο καφενείο κανείς δεν τους πιστεύει
φαντάσματα και φούμαρα ου ρε, τους φωνάζουν
απ' τα γύρω τραπέζια.

Όσο για τον περαστικό
γελάνε κι οι πέτρες μαζί του στα δάση
όταν τραγουδά για το κορεάτικο πριόνι.

Πάντως η ξυλεία καλοπουλήθηκε.

Τον επόμενο χειμώνα
τέσσερις άνθρωποι γύρω από το τζάκι
πίνουνε τσίπουρα και λένε ιστορίες.

Μέσα στο τζάκι
λαμπαδιάζουν τα κούτσουρα εκείνης της οξιάς.

Χορτιάτης, ημέρα Κυριακή


Βαδίζαμε στο μονοπάτι του βουνού
την κρατούσα από το χέρι
και της μάθαινα τις ημέρες της εβδομάδας.

Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη απάγγειλα
Δευτέρα Τρρρίτη Τετάρτη επαναλάμβανε
σέρνοντας το ρο της Τρίτης μ' αμερικάνικη προφορά

εγώ κι η μικρή μου ανιψιά
εγώ κι οι μέρες οι εφτά ταραγμένο μελίσσι
βουίζαν γύρω μας βομβίζαν θυμωμένες
τα λόγια μου καπνός

άλλες δεν έχει; με ρώτησε ξάφνου
πάνω που κορωμένος ωρυόμουν
σαν να 'ταν το ποίημα το καλό
μ' εφτά μονάχα λέξεις

πείσμωσα, συνήλθα στο λεπτό
άρχισα να της μιλώ
για τις λίμνες που ασπρίζαν αντίκρυ
για τα ελάφια και τους πάνθηρες
που ξεδιψούσαν εκεί πριν από τ' αγκάλιασμα
στα χρόνια τα παλιά
για της αρκούδας τα λημέρια πιο ψηλά

για τα λιοντάρια που κάποτε ζούσαν εδώ πάνω
τ' αγριογούρουνα, τους λύκους, τα τσακάλια
τώρα κρεμόταν από το στόμα μου συνεπαρμένη
θα σε φάω της λέω ξάφνου
δεν είμαι η γιαγιά σου
και οι απαντήσεις είναι:
για να σ' ακούω καλύτερα
για να σε βλέπω καλύτερα
για να σε μυρίζω καλύτερα
για να σε φάω μικρούλα μου

κοιτούσε τα δόντια μ' απορία
σφήνωσε λίγο στα ούλα η παχουλή αχλή
αυτήν τη μέρα που ο κόσμος όλος την έχει για αργία
αυτήν αργοκατάπινα κι εγώ: τη μέρα Κυριακή

Τρεις γάτες δρόμος



Χαράματα στη Γαλάτιστα
στο πίσω κάθισμα ο Άσπρος Αετός
δίπλα του το Μαύρο Σύννεφο
και μπρος η Καθιστή Αρκούδα
υμνούν τη νέα μέρα
ο ήλιος δίκροκος στα καθρεφτάκια
Θέλω να μου φωτίσεις τα τρία μου παιδιά
του λέει ο πρώτος και προσκυνά
- κεφάλι σπλατς -
πάνε πιο κάτω
Σήκω να μου ζεστάνεις την όμορφη κυρά
παρακαλά ο άλλος με το χέρι στην καρδιά
- ουρά ταπισερί στην πίσσα -
λίγο πιο πέρα
Δείξε μου τον δρόμο της χαράς
ικετεύει ο τρίτος και δακρύζει
- πάλι κεφάλι σπλατς -
Που λέτε, κάνει το Βουβό Τιμόνι
ρίξαν τα ρούχα του σε μια μαύρη σακούλα
την είχανε στις τουαλέτες πλάι στ' απορρυπαντικά
καληώρα χαράματα
το παντελόνι που μ' άρεζε το πουκάμισο που δεν μ' άρεζε
Α ρε Βασίλη, είπα στην σακούλα
και την έβαλα στο πίσω κάθισμα
Α ρε Βουβέ, ήχησε η νάυλον σιωπή της:
Τι νόμισες, όπου και να πας
Όλος κι όλος ο τρόμος
Τρεις γάτες δρόμος.

Δημοτικός υπάλληλος



Την πρώτη φορά που ήμουνα μπροστά
με ανατρίχιασε η χωματίλα, μια μυρωδιά ξινή
σα να ρευότανε σάπιο σκότος η γη.

Με τον καιρό, παρατηρούσα πόσο βαθύς
πρέπει να είναι λάκκος, πώς να μπήγω γερά το φτυάρι
και πώς μπροστά στον σκώληκα να δείχνω παλικάρι.

Απ' τους παλιότερους διδάχτηκα πώς να ρίχνω αποπάνω
με μαλακές φτυαριές το χώμα για να δείχνει αφράτο
την ώρα που σκεπάζει το φως, με κόπρο και σκαθάρια γεμάτο.

Γυρνώντας στο σπίτι, τα νύχια μου είναι μαύρα
τα ρούχα βρωμούν, γδέρνω τις πέτσες μου, ανάβω φώτα, μα
μες στον ύπνο, σα λάκκο νιώθω το κρεβάτι να με ρουφά.

Με λένε Αλμπέρτο και φυτεύω λουλούδια στα πάρκα.
Σε άλλους αρέσει. Εμένα μου φέρνει αηδία.
Ένεκα βέβαια η ανεργία.

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Αστέρια πέφτουν στην Αλαμπάμα


Λες κάτι και είναι ένα νεκρό ποίημα
Μην περιμένεις τίποτα.
Ούτε οι εφιάλτες δε μας ξυπνούν από αγένεια.
Στην ηλικία μου το ξανασκέφτονται οι θεατρίνοι.
Κάποιοι είναι τόσο επιπόλαιοι
Όσο η αγάπη μέσα στο αίμα.
Όσο αστέρια πέφτουν στην Αλαμπάμα.

Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στην σειρά


Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στην σειρά, κάπως άτακτα.
Όπως οι μύγες πάνω στο μπέικον της σελήνης. Σαν ένα μπουλντόγκ δεμένο στο κελάρι. Τι είναι αυτό που έπαψε να λειτουργεί· το κλισέ, ο ήχος των ζαριών στην κόλαση, ο θάνατος ακροβάτης
στο νήμα που έπρεπε να ‘χει κοπεί.
Μες στο χαρμάνι των χαμών που ασπρίζουν τα μαλλιά
της ψυχής μία παλιά κουρελιασμένη κούκλα.
παίζοντας λίγο πιάνο
μας κλέβει
τον βότρυν.

Ποίημα Κελύφους, αρ. 1

Όταν γράφω βάζω τον χρόνο στη θέση του.
Αν με δεις να κοιμάμαι σκούντα με
μ’ όλη την ψυχή σου.
Αλλά τώρα σε τούτης της υπέροχης τύχης
τα προλεγόμενα
κοντοστέκομαι σε μια
φαινομενική και υπόλογη πατέντα.

Της ζωής απαράλλαχτος
ανεστραμμένος σβέρκος•
επί των πλείστων
το φωτοστέφανο σαν δύει
στους πόρους ενός μαινόμενου
ουρανομήκους ασπασμού.

Τα γνωστά πράγματα
και τα άγνωστα
ανάμεσα στο να είσαι ζωντανός
ή νεκρός.

Τα ζεις αδιαίρετα και τα δυο.
Ο χρόνος καθιστά την ποίηση
ανώτερη απ’ τον χρόνο:
Η ποίηση αποδεικνύει τη ζωή
ανώτερη από τον εαυτό της.

Διαόλου κέρατο.
Υπάρχει μια βρομιά
που σε ανακαλύπτει.

Τα λέμε.

(Οδηγίες χρήσης )

49.
 
Οδηγίες χρήσης:
Όλοι τη γνωρίζουν καλά.
Ή τουλάχιστον κάπου την έχουν συναντήσει.
Χρήση εσωτερική,
η μακροχρόνια χρήση
Θα πρέπει να αποφεύγεται είναι
Καταστροφική
Μπορεί να οδηγήσει ακόμη και
Στον θάνατο.
Ο συσχετισμός στον άνθρωπο δεν έχει ακόμα
Επιβεβαιωθεί
Εν τούτοις θα πρέπει να γίνεται γνωστή.
Σε μεγάλες ποσότητες για χρόνια
Οι αλληλεπιδράσεις είναι μάλλον
Άγνωστες.
Δεν υφίσταται δε
Αντιμετώπιση στην υπερδόση.
Ο ασθενής θα πρέπει να γνωρίζει την ημερομηνία
Λήξης.
Να διατηρείται σε θερμοκρασία δωματίου.
Σκεφτείτε καλά πριν την χρησιμοποιήσετε.
Για μεγαλύτερη ασφάλεια κρατήστε την
Σε μυστικό μέρος
Μακριά από παιδιά -
Τέτοια είναι
η αλήθεια της ύπαρξης.

Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλομό μου χέρι



Η σιωπή τρέμει πάνω στο χλομό μου χέρι
εσωτερικά κόρνες γκονγκ καμπάνες

ο ήλιος ένα παρντόν πάνω απ’ το σκοινί
και το σαπούνι•
και εκεί οι ανοιχτοί μηροί

της σιωπής ριγμένοι
και το χέρι μου γράφει
αυτό που απ’ τον θεό λείπει

σκέφτομαι πια την αλληλογραφία
ταχυδρομικούς σάκους σε υδροπλάνα

βροχή άρχισε να πέφτει
η σιωπή μού σκουντάει ξανά το χέρι.

Ολικό Ποίημα



Σαν να μεταφράζεις
ξύλινα άλογα

Συναισθηματικός πληθωρισμός
Ο Θεός τη Νύχτα

Μια πρόκληση που σκοτώνει
Τα βαμβακερά των γυναικών
Παρουσίες

Το κλάδεμα των χεριών των ματιών
και των πεύκων
ακόμη και των ζωών

Το γρηγορότερο δυνατό

Σαν να μιλάς την γλώσσα
ανθρωποφάγων ψαριών /

Δεν χρειάζομαι εργαλεία
Τύπους
Κομψότητα
Κοινά δικαιώματα

Σαν να παραείναι τα ρεκόρ
μια νέα εργασία
για μένα

Αστερίσκοι οβελοί
Τα λάθη των τεχνών
Σε ποιον αρέσουν τα quadrivium

Βρισκόμαστε πίσω από ποίημα.

Ζωή – χωρίς να ζούμε



“Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη
τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη
τόσοι αγώνες- δίχως μάχη
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει
Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε.
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…
δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις
Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,
-Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω,
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου 

τόσες αφές- μα δίχως χέρια
τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια
τόσες μαγείες- δίχως θάμα.αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορίατα σπλάχνα του ραδιοφώνου;σάπια βροχή και τιποτένια.το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμενα χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…”

 

Ένας Καιρός Ερείπιο


Ένας καιρός ερείπιο
κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου σαν φίδι
και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό...

Αθώο ξεκίνημα, μοναχικέ λυγμέ πάνω απ' τη θλίψη
με μολυβένια τώρα τα φτερά
χάνοντας ολοένα ύψος – όπως τόσες
απόπειρες αθανασίας που κατακάθισαν σ' ένα επιτύμβιο χαμόγελο
αθώο ξεκίνημα, πού μ' έφερες, πού μ' έφερες...

Ίλιγγοι και στροφές
τρεκλίσματα μες στους λαβύρινθους
χειρονομίες σακάτισσες
σκέψεις γριές σερνάμενες πιασμένες απ' τους τοίχους
μια υγρασία πανικού ως το κόκαλο κι όλοι γυρεύουν να σωθούν
κρεμιούνται απ' τα καλώδια κι απ' τις φλέβες τους
κυκλοφορούν μ' ένα μαχαίρι στην καρδιά σαν φυλαχτό
κλειδώνουνε τις πόρτες ψάχνονται για τη χαμένη αφή τους
– άλλοι στους τοίχους κολλημένοι κάνουν τα παράθυρα
κι άλλοι τρέχουνε, τους ανοίγουν και πηδάνε στο κενό.

Και τι μπορούμε εμείς να κάνουμε, και τι μπορούμε
μέσα στο στοιχειωμένο αυτό οικοδόμημα
κεριά που σβήνουμε στο βάθος των διαδρόμων
στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια...

Τα φονικά ακόντια

Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
− για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία

Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσσοδομούν
φτύνουνε τ’ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα

Μες στο βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο

Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
− στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες

Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια

Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει

Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα

Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα – πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα

Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ’ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι

με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα

Χ





Λόγια ἐκ περάτων συνάχτηκαν
γιὰ τὸν Ἀγώvιο ποὺ πεθαίνει
φτεροκοποῦν ἀπάνω κάτω στὸ τρεμάμενο τὸ ἑσπέρας
θέλουν νὰ τὸν σηκώσουν στὰ φτερὰ τους ἕνα γῦρο νὰ τὸν πᾶν
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια
μὰ αὐτὸς πεθαίνει ἀπών
ματαιωμένος καὶ ἀπών
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια - ἐδῶ παίζαμε ἄλλοτε
ἐδῶ ζήσαμε
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας
Ἐδῶ... ἄλλοτε... Ὅμως τὸ ἐδῶ μὲ ἐντὸς του τὸ ἄλλοτε δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ
καὶ τὸ ἄλλοτε μὲ ἐντὸς του τὸ ἐδῶ δὲν εἶναι πιὰ ἄλλοτε

... παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα «φρούρια» μὲ κοτρῶνες στὶς ἀλάνες
«συμμορίες» πετροπόλεμοι ἢ ξεθάβοντας χειροβομβίδες
σκουριασμένες στὰ δασάκια
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας - ἀργότερα
μπήκαμε στὸ παιχνίδι τῶν μεγάλων σὲ ἄχαρη ἐποχὴ
ἄρχιζε νὰ τσακίζει ἡ Ἐπανάσταση νὰ φτιασιδώνεται ν' ἀλλάζει εὔκολα ὀνόματα
λέγανε τώρα «θύματα» τοὺς μάρτυρες
καὶ τῶν πληγῶν τὸ χάος «εἰρήνη»
στὸ ἰδανικὸ ὑπεισέρχονταν τὸ τερατῶδες ὑπαρκτὸ
καὶ μόνο ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ προκήρυξη διαμαρτυρίες ἠμιπαράνομα
ἔντυπα ἔρανοι γιὰ τοὺς ἐξορίστους ψιλοπράματα
καὶ σὲ ὦρες ἀθυμίας πειραζόμασταν πόσα χρονάκια φυλακὴ μποροῦν
νὰ μᾶς κοστίσουν ὅλα αὐτὰ
καὶ τότε αὐτὸς σηκώθηκε «λοιπόν, μονάχα αὐτό; δὲν παίζουμε τὴ ζωή μας;»
κι οἱ ἄλλοι γύρισαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο
κι ἀπόμεινε χλωμὸς καὶ διάφανος ἔξαλλος μὲς στὸν ἴδιο του τὸν τρόμο
τρεκλίζοντας καὶ σάμπως νὰ πνιγόταν
γιατί ἔνιωσε ὅτι φριχτὴ ἡ βλαστήμια ποὺ ξεστόμισε
ὅτι πατοῦσε πάνω σὲ ἄλλων ζωὲς καὶ πεπρωμένα
καὶ πὼς κανένας πιὰ μπαγκιέρης δὲν ὑπῆρχε νὰ δεχτεῖ τὴ ζωή του
καὶ τότε ἦταν ποὺ ζήτησε νὰ γίνει ἡ Κρίση ἐπιτέλους νὰ τελειώνουμε
ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀναγνώριζε τὸ ἔγκλημα

... κι αὐτὴ τόσο ὄμορφη τόσο ἄδικα ὄμορφη
τὰ μάτια μου νὰ σέρνει μὲς στὸν κουρνιαχτὸ τῶν δρόμων
κι ἀτέλειωτες ἀγρυπνίες κι ἡ σκιά μου πέρα δώθε σὰν ἐκκρεμὲς
πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
ἀπῶν ματαιωμένος καὶ ἀπῶν
ἄδειος - κερὶ μολύβι καὶ χαρτὶ
λιώνει καὶ τὸ μολύβι σὰν κερὶ καὶ τὸ χαρτὶ ἀποσαθρώνεται
τὸ κατατρῶνε ὀξειδώσεις σχιζομύκητες ἀνόβια
κι ἀναρωτιέμαι ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
λέξεις καὶ συλλαβὲς ἀλληλοσπαραγμένες
στίχοι μὲ κατακλεῖδες ποὺ ἠχοῦν σὰν λαιμητόμοι

... παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα στὸν κουρνιαχτὸ τοῦ κόσμου
κι ἡ σκιά μου πέρα δῶθε σὰν ἐκκρεμὲς πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου... κανεὶς δὲν εἶμαι
τίποτε δὲ σημαίνω τίποτε δὲν ἔχω νόημα
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
κωπηλατῶ γιὰ τὰ παλιὰ κι εἶναι ἡ φωνή μου τρύπια
μπαίνουν νερὰ τ' ἀδειάζω μπαίνουνε ξανὰ
σῶσον μέ, Σκότος, φύλαξον τοῦ βίου μου τὰ κρύφια
καὶ κάνε νὰ τελειώσει τοῦτος ὁ βραχνὰς
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται -ἐδῶ ζήσαμε... τί λόγος...
τὸ «ζήσαμε» ματαιώνει τὸ «ἐδῶ» καὶ τὸ «ἐδῶ» τὸ «ζήσαμε»
κανεὶς δὲν εἶμαι πουθενὰ δὲν εἶμαι
ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
δὲν ἔχει νόημα τὸ νὰ τελειώσει
τέλος εἶναι τὸ ματαιωμένο τέλος

καθένας μας πεθαίνει ἀπῶν




 Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.
 

Μέσα στο ποίημα σε χάνω

Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι . . .
Τί άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω – δεν υπάρχω»

Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία . . .
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω

(Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς...)

Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω
στους πέντε δρόμους δίχως να ‘χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ
σε σώπασα μεσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ‘χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη… δίχως αποδείξεις…
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν
Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τη ζωή… Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»


ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης


(από τη συλλογή Εν γη αλμυρά)

(Tώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο)

I

ξέρω, δεν ήταν έτσι, τίποτε δεν ήταν
αλλιώς έγιναν όλα.

Η μαρτυρία μου ασαφής. Τι υπεκφυγές, τι συγκαλύψεις
σε λόγια, σε γραφτά και σε φερσίματα…
Αλλά πώς να τα πω και φαντασίας καμώματα όλα αυτά;
Δε γίνεται.

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση
πώς να διευκρινίσω μια ζωή;
Το ειπωμένο με εκδικείται
κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό.

Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει
κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε
κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου
κι όλο και σκοτεινιάζει.

Πού βρίσκομαι
Τι ώρα να ‘ναι.

άνθρωποι

… και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα
ούτε επιστροφή, να πιάσουμε.


Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία,
ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
όπου η βροχή τής χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη

λασπώνει τη ματιά με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών.
Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς ν’ αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια για να δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας – κλειδί των φεγγαριών.


Τη νύχτα αναζητήσαμε – κι αυτή μας πλημμυρά,
ποθήσαμε τη σιωπή – μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά
και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:


Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
δε μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε – κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη – κι εκείνη στα παιδιά της.


Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε∙ ήμασταν άνθρωποι πολύ,
άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης,
άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις,
άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί.

(μου είπε ο γιατρός ..)

Είδα ένα κεφάλι ζώου
Και γύρω από αυτό το όνειρο μου
Και ακόμη πιο έξω εγώ πάλι κοιμάμαι
Οι ομόκεντροι κύκλοι μου
Και ακόμη πιο έξω αυτή η ζωή
Η ζωή μου
Θεαματική
Επερχόμενες κερασιές στα μαλλιά μου
Μελλοντικά πουλιά τις τσιμπούν
– σε πονούν –
Και ανθίζουν

(Στο παράλογο έφιπποι)


– σαν θανάσιμοι ιππείς –
Θα αστράφτει ο χρυσός
Κι αργυρά τα λιοντάρια της νύχτας
Και θα μπούμε στην ύπαιθρο χώρα
Στην πόλη
Και θα μπούμε αναβάτες στη νύχτα
Με ανορθόδοξα δώρα
Με γαλάζια πουλιά
Με λεπτών θηλαστικών μελωδίες
Κλουβιά από θώρακες φονικών φαλαινών
Αλαλαζόντων φιδιών οπτασίες
Πλεγμένοι με κέδρους
Δαιδαλώδεις στολές τιμωρών
Απόκρημνες λίμνες για στέμμα
Και θα έρθουν ραγδαίοι ποταμοί
Θα μας ραίνουν την κόμη
Ροδοπέταλα νεαρών κοριτσιών
Και αυτομάτων λέξεις
Ρημάτων ριπές
Και θα έρθει λοξά η αυγή
– των ζωγράφων!–
Με σκοτάδια στα χείλη
Απαλά θα μας τέμνουν τα στιλπνά της στιλέτα
– νεαροί των ιστών ανατόμοι –
Να ανατείλει το σώμα
Να ανθίσουμε στο αίμα

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Στον θόρυβο τ΄ανέμου


Είδε τον έρωτα να φεύγει
και οι φωνές της να χάνονται
μεσ΄στον θόρυβο τ΄ανέμου.
*
Ανέμελη νιότη.
Κοίτα τ΄αστέρια
που χαμογελούν,
και φέρνουν φως
στο δρόμο της αγάπης.

*
Όταν ζητάς αυτό που θες
αν και πόνο στην αρχή σου δώσει,
μια ευχή ορμητικά κυλά
για τον ερχομό
μιας καινούργιας αγάπης!!!

(Ποιητική συλλογή ''Κρατώ ένα αστέρι")

Θεσσαλονίκη, Παναγία


Τι όμορφη που ήσουν Σαλονίκη, μα δεν το' βλεπα ...

Κλέβοντας ώρες απ' το Χαρμάνκιοϊ στο Αγγελοχώρι,
Λαδάδικα, Ταμπάκικα, Μαρτίου, Αρσακλή,
χειμώνες πέντε διαδρομή στην ευλογημένη Αρετσού
ανοίξεις πέντε στα Ξυλάδικα, στους γερανούς Ματράκα,
Σάββατα ταβερνιάρικα σε κόχες στο Καπάνι
και Κυριακές αφράτα χιόνια στους προσκόπους στον Χορτιάτη
ή σε γρασίδια ήμερα πίσω απ' τους Χορτατζήδες,
γεμάτοι τύψεις στις μπουκαδούρες πέντε καλοκαίρια
πέντε ένοχους βαρδάρηδες χειμώνες, παγωμένους.

Μετά από τόσες στάσεις, τόσα χιλιόμετρα, σφηνώθηκε ο χειμώνας
μακριά η πατρίδα, λίγα τα ποιήματα κι αυτά προσφυγικά
και πίσω τους ο χώρος που ήτανε ο θόλος της ιστορίας
κι εγώ δεν το' χα καταλάβει.

Πατρίδα Σαλονίκη, πέντε χρόνους μας προστάτεψες, παναγία
και ύστερα έκρυψες τη φοβερή σελήνη σου για άλλα ζευγάρια.

Η Παληομάνα



Δυο τρία μίλια ευθεία μπροστά απ' το Όλυμπος-Νάουσα
βαθαίνει απότομα η θάλασσα και δέκα οργιές σαπίζουνε
χιλιόχρονα φύκια, βυθισμένες γαλέρες, τόνοι οργανικά
και το Φετχί Μπουλέντ ακόμη, οξειδωμένο.

Εκεί ακριβώς αναδύονταν μέσα στη νύχτα κάθε νύχτα ύφαλος
που μεγεθύνονταν κατόπι και γίνονταν νησί επιπέδου, πλατύ,
ύστερα άλλοι ύφαλοι φυτρώνανε ο ένας μετά τον άλλο
και σχηματίζαν μια λεπτή λωρίδα γης με γκρέμια γύρω τους και βράχια.

Κι εγώ ξεκίναγα από κει και περπατούσα επάνω τους
ισορροπώντας με μικρές παραλλαγές του τρόμου
πάντα στις τέσσερις, ποτέ αργότερα ή νωρίτερα
πότε με κίνδυνο να πέσω στις καταβόθρες του ονείρου
μα προχωρώντας ίσια μαγνητισμένος απ' των κυμάτων τις σκιές.
Ώσπου μια χαραυγή μετά από χρόνια αφού βάδισα ώρες πολλές,
και προφανώς κουράστηκα, ξυπνώντας με μια κράμπα βασανιστική
είδα στο φως ξεκάθαρα τι όλα τούτα σημαίναν.

(Πώς στην αρχή, τον πρώτο καιρό δεν το ένιωθα, πώς
βαθμιαία εισέρχονταν η αρρώστια μες στο αίμα και κατέστρεφε το σπέρμα,
αλλοίωνε τους ιστούς, διέλυε το συκώτι το στομάχι και τη σπλήνα
σαπίζοντας τα γάγγλια τους αδένες και τις υποφύσεις.
Πώς βαθμιαία τα εύκολα γέλια κατρακύλησαν σε δύσμορφα χαμόγελα
και γρήγορα φεύγαν οι γιορτές χωρίς να γιορτάζω τίποτα,
δίχως σκοπό επέτειοι, αμήχανα καρναβάλια, χαράμια πάσχα
και πέρναγε η άνοιξη χωρίς τις φουσκοθαλασσιές
τα καλοκαίρια πέφτοντας διαρκώς μια γκρίζα μουσική.)

Ήταν που εσύ χρόνο με χρόνο απομακρυνόσουν αλλά εδώ ήταν πάντα ο νους σου:
μικρό νησάκι σκαιής εκδίκησης στις εκβολές του ποταμού, στην Παληομάνα,
που μια στενή στεριά το ενώνει με τη μήτρα του, την πόλη και εμένα,
ώστε να φεύγουν βάναυσα οι εποχές αφήνοντας διάλυση και όζους.
Όχι μόνο με χάλασες
αλλά έφτιαξες και μια υπόγεια ενύπνια γραμμή να μας ενώνει
για να γεμίζει τη ζωή μου αρές και αναθέματα, ως το τέλος.

Ξέμεινε πάλι νύχτα


Ξέμεινε πάλι νύχτα παίζοντας πιάνο ένα πόθο κίβδηλο,
νυχτερινές φαντασιώσεις για μια ανύπαρκτη κόρη κερασιάς
εκλέγοντας συγχορδίες ελάσσονες και φαντασίες impromptus
ολόγιομη να δίνεται σε χρώμα μωβ στους κουρασμένους του αστραγάλους
και να κατάγεται, λέει, από φθινοπωρινούς ονειρικούς αμμόλοφους
με καταρράχτες της σιωπής που γυμνή τη λούζει έρωτα...

Άσ' τα να πάνε. Γεροντο-έρωτες γεροντο-αγκαλιές ψιμύθια του χρόνου.
Και μόνο το ονειρικό της χαμόγελο διαιρεί τα χρόνια του
Κι αυτό του φθάνει.

Οι πλασιέδες



Δευτέρα πρωί ξεκινάνε οι πλασιέδες για τη Μακεδονία
στο πίσω κάθισμα κρεμάστρες με κουστούμια,
το παλικάρι ο Μαργαρίτης σε κασέτες,
φοράν τη ζώνη ασφαλείας πριν απ' την εθνική οδό
ανεβαίνουν Κέλλη, κατεβαίνουν Βεύη,
λαχανιαστά για να προλάβουν τους πελάτες στην Κοζάνη,
μηn κλείσει η αγορά στη Σιάτιστα,
μη φύγει ο μεγαλέμπορας στα Βοδενά.

Και κει κατά τις δέκα κλείνονται όλοι,
εχθροί, αντίπαλοι, ανταγωνιστές και φίλοι,
πλασιέδες φαρμάκων, απορρυπαντικών, βιβλίων και σερβίτσιων
μαζεύονται στο μπαρ και περιμένουν
να 'ρθεί κι ο τελευταίος για να ξεκινήσουν
να πιουν τον άμπακο σε μια ταβέρνα κοντινή
μακριά από φάρμακα, απορρυπαντικά, γραμμάτια και πιστώσεις,
ίσαμε να 'ρθει η Παρασκευή.

Νύχτα του χειμώνα


Νύχτα του χειμώνα που γερνούν και πεθαίνουν τα βουνά
που κατεβαίνουν λάσπες από την Παιονία έρχεσαι
και βίαια σταματάς την άργιλο του ύπνου σαν ταξίδι
που στέρεψε: αντίο, ποτάμι.

Περασμένα Χριστούγεννα, πηγαίνοντας για Πρωτοχρονιά
άλλων εποχών -όχι μακριά- που ολόκληρες ακτές
σηκώθηκαν σε μια παλίρροια και φάνηκαν ξανά
υποθαλάσσιες πόλεις βουλιάζοντας, τρομαγμένα πλοιάρια,
κι εγώ έβρισκα μόνη καταφυγή τον κόλπο σου,
το ελατό και όλκιμο κορμί σου.

Νυχτερινή μου υψικάμινε, τι κρίμα
τα σκουριασμένα ορυκτά του ονείρου μας
να θάβονται τώρα βαθιά στις πιο απόκρυφές μου ώρες
και να μη γίνονται νομίσματα χρυσά μιας τέλειας ανταλλαγής
στην πιο ποιητική αυτοκρατορία.

Άνθρωπος από μάρμαρο



Επειδή πρέπει
ν' αρχίσω να παίρνω χαμπάρι πως
πάνε μάλλον οριστικά εκείνοι που ανυστερόβουλα συντρόφεψαν
τα βασικά χρόνια - τότε που το δεκάρικο ήταν δεκάρικο ακόμα -
και πάνε εξίσου οριστικά τα πρόσωπα της λευκότητας,
που, έστω, τραγουδούσαν ως το βράδυ τα ιταλικά,
οι γονείς όπου να 'ναι πάντα έρχονταν,
που περιμέναμε η παρέα ως αργά στο ινστιτούτο,

επειδή τώρα πρέπει
να πάρω πια χαμπάρι πως η οριζόντια ιδιοχτησία
επιβάλλει μιαν ημερήσια ατζέντα-φωτοαντίγραφο
των καθημερινών αγορών, των πιστώσεων, της αντοχής
της παραγωγικής διαδικασίας, του νόμου ακινήτου περιουσίας,
της ανόδου του κόστους και της τιμής
της χοληστερίνης,
μικρά παχουλά νησάκια που κατακλύζουν το αίμα,

γι' αυτό κι εγώ γίνομαι μάρμαρο
και από δω και μπρος σωπαίνω.

Ανάδραση


Λειτουργία ιδιοποίησης ή ψήγματα:
κι άλλοι λοιπόν μιλούνε κριτικά για το φιλί σου
ενώ αδρεναλίνη εκχύεται εντός μου.

Μήνες πολλούς, μετά τη διαγώνια έπαρσή σου:
έπρεπε νάχω πάρει από καιρό χαμπάρι την κοινωνικοποίηση
άλλος σου τα κατέβασε μα συ μικροαναστολίτσες
μ΄άλλον ξεκίνησες για το Ποσείδι μια αυγή
κι εγώ σε μακρινά νησιά κοίταγα για οικόπεδα.

Η ανάδραση της πληροφορίας:
λένε πως είσαι ακόμα και κλεψίτυπο
κι εγώ θυμάμαι ακόμα εκείνο το κοπιράιτ.

Το λεξικό


Αυτό το ξεχαρβαλωμένο λεξικό δεν πετιέται, κόρη μου,
το κουβαλούσα όλα αυτά τα χρόνια μες στο μαύρο χιόνι
για να μου αποδίδει στα αγγλικά την τέλεια μοναξιά,
τα σαββατόβραδα βουνά που μόνος εκφωνούσα
σπάνια ουρλιαχτά κραυγάζοντας προς άγνωστες κορφές
κι αυτές καλόγνωμες μου ανταπέδιδαν αρώματα
πορτοκαλιών και κίτρων απ' τις ευσπλαχνικές χαράδρες
ή όταν βάδιζα στην άμμο σε σιωπηλές ακρογιαλιές
ίχνη ταιριάζοντας πάνω σε άγνωστα βήματα για να περάσει η ώρα.

Αυτό το μαύρο διαλυμένο λεξικάκι θα σου αφήσω, κόρη μου,
κι όταν θα φύγω οι υπογραμμισμένες λέξεις του
θα σου θυμίζουνε τις δύσμορφες τις ώρες του πατέρα.

Νόμιμος δικαιούχος



Αλλιώτικες οι Κυριακές μας τότε.

Από το βράδυ πριν ευωδίαζε ο ερχομός σου
μέσα στον ύπνο μας πετούσαν αυριανά ανθάκια
κι όλο το πρωί λουζόταν μ' ένα φως αναμονής.

Κι εκεί, κοντά στο μεσημέρι, φιλιά καμένα, γκολ μες σε κουβέρτες
τοίχοι που τρίζαν, γάλα το κορμί σου, κρινοδάχτυλα,
φύσαγε πάντοτε νοτιάς βαθιά στο πάπλωμα
τα στήθη σου πρώιμο χιόνι, μουσική στο κραγιόν σου,
ύστερα πάστες που παχαίνουν, πιο γρήγορα φιλιά,
η ώρα χάθηκε.

Το σούρουπο βαραίνοντας στα κραυγαλέα μάτια σου
σε παρέδιδα ευτυχή και πλήρη στον νόμιμο δικαιούχο.

Η απόσυρση



Δεν έχω να πω πια τίποτα.

Σιγά σιγά απομακρύνομαι και απ' το φως και απ' το λόγο
έφυγαν όλα μες στο μισοσκόταδο και τις νεροφαγιές
η επανάσταση πουλήθηκε στα δυτικά κομφόρ
το έργο-απάτη παίχτηκε σε όλα τα θέατρα του κόσμου
στα σινεμά και στα πορνεία και τη διαφθορά.

Δεν έχω να μιλήσω πια για τίποτα.

Βλέμματα κοιτάζουν αδιάφορα πνιγμένα στα αγχολυτικά
στιγμές κατασκευάζουν δολοφόνους στη σκηνή
ζούμε πια τρώγοντας τα περιττώματα της ιστορίας
αλήθειες συμπεριφέρονται σαν ψέματα, η βία σαν βροχή.

Δεν έχω τίποτα να θυμηθώ τίποτα πια να γράψω.

Φεύγουμε δίχως να νιώθουμε πως το καράβι έχει σαλπάρει
χρόνια γεμάτα απογοήτευση, νεκρές φαντασιώσεις και σιωπές
τίποτα δεν έχει διασωθεί ούτε συγκίνηση ούτε πάθος
παγιδευμένοι αρουραίοι προσπαθούν να βγουν απ' το οχυρό...

Γι' αυτό κι εγώ, δεν έχω τίποτα να πω
σ' ένα παγκόσμιο τίποτα δηλώνω άφθογγος αρούρης
και αποσύρομαι.

Ελληνική ιστορία



Ελιά, ελιά, κόντρα στον κερασφόρο.
Οίκαδε. Πρόσφυγγες...

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;
Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια.

Ζήτω το ΕΑΜ, ζήτω το ΕΛΑΣ.
Πας μη Εαμίτης, Γκεσταπίτης.
Ανασυγκρότησις... Κύπρος - Ένωσις...


Έναν λοχία... Έναν λοχία επιτέλους...
Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών...
ΝΑΤΟ - ΣΙΑ - Προδοσία


Αλλαγή, αλλαγή, λαϊκή συμμετοχή.
Νέα τζάκια.
Η Μακεδονία είναι ελληνική...


Εκσυγχρονισμός. Επανίδρυση.

Ελλάδα της Τασκένδης, Ελλάδα της Πλατείας Σκεντέρμπεη
Ελλάδα των Εξαρχείων και των Σαράντα Εκκλησιών
της ξενιτιάς, του Ντίσελντορφ και του Ντιτρόιτ
με κώδικες μικροαστικούς πορεύεται στο επέκεινα
ντυμένη για αιώνες εμπράγματα όνειρα...

Φθινόπωρο



Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν.

Δηλαδή, πάντα τα φύλλα πέφτανε τούτη την εποχή,
οι μέρες μικρές, το φως λιγοστεύει, πρωί σκοτάδι ακόμη,
αρνιέσαι να φορέσεις μάλλινα, ελπίζεις σε μέρες γλυκές,
αλλά, φθινόπωρο. Τα φύλλα πάντα πέφτουν.

Αδήριτα φθινόπωρο. Κι αν δεν το λέγανε οι όψεις και τα χρώματα
το λέει το βάσανο της καθημερινής επιστροφής στα περασμένα
τους μίτους που πας να διασώσεις κι αυτοί ξεφτίζουν βαθμιαία
πέφτοντας με τις γκρι βροχές σε λασπωμένες μνήμες.

Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν. Σαπίζουνε τα φύλλα
στις μακρινές αλέες των βόρειων πόλεων που συνήθισες
κι ένας κρύος αέρας τα παρασέρνει στα χαντάκια.

Φθινοπωριάζει. Η λέξη αγάπη σε έκπτωση.
Το μόνο μέλλον σου, χειμώνας.
  

Συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006)

Ημερήσια διαταγή



Με χαράν σας καλωσορίζομεν
δραττόμεθα της ευκαιρίας να
σας υποσχόμεθα δε βεβαίως
η γαλανόλευκος η τετιμημένη τα καθή-
κοντά σας ως γνήσιοι εξ αίματος
προειδοποιούμεν όλους όσους
θα πατάξωμεν συντρίψωμεν εκμηδενίσωμεν
δια την ειρήνην
την ευτυχίαν
και ίνα αποφευχθούν άλλα
ούτω πάσαν ψυχικήν αρετήν
αρμόζει χριστιανικών ελληνικών
ζήτω ζήτω ζήτω.

Το βίντεο



Όλο το απόγευμα έβλεπα σε βίντεο τη ζωή μου.

Χριστουγεννιάτικες γιορτές, αηβασίληδες φέρνουν δώρα,
παιδάκια κρέμονται απ' τα χείλη μου στο πάλκο
εργάτες και υπάλληλοι αναμένουν ένα νεύμα,
ακόμα κι οι εχθροί λουφάζουν μ' ένα στυφό χαμόγελο...

Πρωτομαγιές μοιράζοντας βραβεία στην άνοιξη
όλοι πίνουν στην υγειά μου, γλεντούν ευτυχισμένοι,
εύφορο το γρασίδι, θρεμμένα λουλούδια, φίλοι χορεύουν,
ο κήπος μια αγκαλιά μακεδονίτικα τραγούδια...

Ποιος τότε θα μου το 'λεγε πως, όλες οι χαρές, τα πανηγύρια,
τ' αγέρια κι οι πρωτομαγιές, οι φίλοι, τα φιλιά κι οι ρεβεράντζες,
σκόνη θα γίνονταν στα τέσσερα σημεία των οριζόντων
καπνός τσιγάρου οι εξουσίες και τα νεύματα κι οι προσταγές

αποκαΐδια και στάχτη πως θα γινόταν η ζωή, κοντά τα λόγια,
λιγοστές οι καλημέρες, ασέληνες όλες οι γιορτές, αιματηρά Χριστούγεννα,
προσφυγιά η ψυχή κι εγώ κάθε χαράματα να κάνω καταμέτρηση
κάτι μετζίτια που έσωσα κρυμμένα κολλητά πάνω στις σάρκες. 

Σκαλομαρία στη μνήμη

 

Μία η ώρα Κυριακή είχε κοκκινίσει στο φούρνο το ψητό.
Δυο φράγκα ψηστικά ένα η «Μακεδονία» ρέστα από τάλιρο δικά του
κατέβηκε δυο δυο τις σκάλες για να προκάνει το ταψί
να πει στο μεταξύ ένα γεια στον Γιάγια, στον Καλαμπαλίκη.
Τρέχοντας στο λιθόστρωτο γιατί θα άρχιζε του Μαμάκη η εκπομπή
σήμερα θα 'χε Πεγκ, καρδούλα μου με τη Λαμπέτη.

Όλη η χωμάτινη πλατεία λουζόταν φως και ακινησία
η Κόκκινη Εκκλησία σχόλασε νωρίς χωρίς βαφτίσια.
Κόκκινος Σεπτέμβρης της πόλης μας γλυκός, Κυριακή κοντή γιορτή,
το βράδυ θα παγαίναμε όλοι Έκθεση είχε πει ο πατέρας.

Πενήντα χρόνια αργότερα ποιητής μεσήλικας ανασύρει γεύσεις
οσμές ανάσες και τοπία άλλης εποχής που έρχονται και φεύγουν
σαν τραμ ορμητικά της Εγνατίας σε μια σκαλομαρία στη μνήμη.

Η θάλασσα



Σ' όλη μου τη ζωή ήθελα ένα σπίτι
που να βλέπει στη θάλασσα, έλεγε∙
να βλέπω θάλασσα, να κοιτώ να φεύγω.

Και σκύβει απ' το μπαλκόνι, ανάμεσα σε κάτι
φυλλωσιές και δυο πελώρια μέγαρα, φαίνεται ένα κομμάτι θάλασσα,
δύο επί τρία στην όρασή του,
αγορασμένο με το εφάπαξ και χιλιάδες συντάξιμα ημερομίσθια.

Τέλος Αυγούστου



Τέλος Αυγούστου και το φεγγάρι του απολογητικό,
που λέει, όσοι πρόλαβαν ενθύμια σπείραν,
και τώρα μνήμη.

Τέλος Αυγούστου η καρδιά μαύρο λιθάρι
τα τσίπουρα θα βγουν στον νέο τρύγο
από σταφύλια μαύρα.

Τέλος Αυγούστου τα τραγούδια έχουν πια σωθεί
οι αναμονές δεν έχουν τίποτα να δουν
πλην του χειμώνα.

Τέλος Αυγούστου μας φορτώσαν σαν σακιά
με μια μπουκιά κατάστρωμα κι άλλοι αμπάρι
στη μαύρη Ελλάδα.

Τέλος Αυγούστου πάντα κλαίγανε οι μάνες γοερά
για τα τσιφλίκια και τα σύκα της πατρίδας
για τους χαμένους.

Τέλος Αυγούστου μ' άφησες και μπήκα φυλακή
χρόνους οκτώ σε κάτεργα εκδίκησης
χωρίς αγάπη.
 

Επιθυμία



Η γλώσσα σου ηχεί με χίλιους τρόπους
         Καθώς κυλάνε πάνω της οι λέξεις
Καθώς καταναλώνονται
         Κι ύστερα χάνονται για πάντα.
Φρόντισε, σε παρακαλώ, να τις μαζέψεις
         Και να τις γράψεις σε μικρές περγαμηνές
Κι ύστερα σε μένα να τις στείλεις
         Που περιμένω τόσο ανυπόμονα.
Θα τις τυπώσω πάνω στην καρδιά μου
         Και ζεστές θα τις κρατήσω με αγάπη
Θα στολίσω με τις λέξεις σου την κάμαρά μου
         Που φαίνεται φτωχή και πεθαμένη.
Κι αυτές με τη δική τους μαγεία
         Θα κατευνάσουνε τη λύπη των ματιών μου
Κι ίσως να τα γιατρέψουν σύντομα
         Ωστε να δουν για μια φορά ακόμα.

Ποίημα από την έκδοση Ερωτικά Ποιήματα,
μτφρ.: Ευγένιος Αρανίτσης, Εκδόσεις Ερατώ 2008

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

το ίνδαλμα

Με τόσους προβολείς και χειροκροτήματα
το σώμα σου παραμορφώνεται
……………………………………..αλλ’ έτσι
θέλουν να βλέπουν την ομορφιά σου.

οι σταγόνες της βροχής

Ακούω τις ειδήσεις του ραδιοφώνου
μετά «η ώρα του παιδιού», η κλασική μουσική
……………………………………..
Ο καιρός αλλάζει και στα τζάμια
οι πρώτες σταγόνες της βροχής.


Καληνύχτα

Κάποιος άνοιξε το παράθυρο στοδωμάτιό μου
και ξύπνησα.
Είχα καιρό να κοιμηθώ και χθες
δεν υπήρχε λόγος να ξαγρυπνήσω
τόσο κουρασμένος που δε θυμόμουν τίποτα
μετά την αδιάφορη μέρα.

Το ραντεβού



Ήταν ένας απλός περίπατος και είχα αργήσει
με τόσους σταθμούς που έκανα, τόσα χρόνια
που έζησα σ' αυτή την πόλη.
Συνέχισα το δρόμο μου, μπήκα στο καφενείο
και σε περίμενα να πιούμε καφέ, να με ρωτήσεις
αν το χειμώνα θ' αλλάξω κλίμα ή πώς
θ' αποφύγω το κρύο
να με ρωτήσεις για τη διαδρομή μου.
Είναι καιρός που έρχεσαι στο καθημερινό μας ραντεβού
καιρός που τρέχω μες στη βροχή
πηδώντας τον φράχτη, διασχίζοντας τον κήπο
προς το ανοικτό παράθυρο του ισογείου
καιρός που διανύω μεγάλες αποστάσεις
σ' ένα κόσμο μικρό.

Είναι καιρός που σ' αγαπώ

Η κίνηση


Συνηθισμένες κινήσεις ενός συνηθισμένου ανθρώπου
στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας.

Συνηθισμένη ζωή, συνηθισμένο τηλεφώνημα
συνηθισμένη μουσική...

Και ξαφνικά, με μιά κίνηση ασυνήθιστη
πέφτει στο δρόμο απ' το παράθυρό του.

Η μοναξιά



Τέτοιες βραδιές αγαπούσε
Την προσμονή την πεντάμορφη.
Άνοιγε το παράθυρο
να μπει, καθώς του την έστελναν
τ' άστρα και το φεγγάρι
στο μοναχικό δωμάτιο.

Κι ύστερα την έπαιρνε απ' το χέρι
για ένα περίπατο στο δάσος
ή στ' ασημένιο ακρογιάλι.

Η μελωδία



Είναι μια εικόνα που γυροφέρνω στο μυαλό μου.
Κάθομαι στη γέρικη πολυθρόνα και ακούω
τη μελωδία του παλιού ραδιοφώνου μέσα
στο μισοσκόταδο.
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ και ποιόν
θα συναντήσω.
Τη μελωδία την αναζητώ σε όλα τα δισκάδια
μα δεν έχω στοιχεία και καθώς
τη σιγοψιθυρίζω, άγνωστη στους άλλους,
έμεινε, δίχως τέλος, στην καρδιά μου.

Ο λόφος



Μιά μέρα πέρασαν τις γειτονιές με τα χαλάσματα
Και βρέθηκαν στον μοναδικό πράσινο λόφο, κυκλωμένοι
από τους οικοπεδοφάγους...

Το νεόχτιστο



Οι γέροι έχτιζαν το σπίτι για το μέλλον,
φροντίζοντας πολύ να μεγαλώσουν το χώρο
των ανατολικών δωματίων, τα παράθυρα
-με θέα τα πράσινα περιβόλια-
να είναι το σπίτι καλά προφυλαγμένο
απ' τις βροχές και τους ανέμους.

Έβαψαν, ύστερα, τους τοίχους
μ' ανοιξιάτικα χρώματα κι απόμειναν
ετοιμοθάνατοι... προσμένοντας
τους συγγενείς.

Το δωμάτιο


Το δωμάτιο μου φάνηκε σαν ξένο,
άλλ' όταν έστρωσα
το παλιό μου χαλί, τοποθέτησα
το φθαρμένο τραπέζι στη μέση
και τη μοναδική καρέκλα, τότε
γίνηκε ίδιο με τ' άλλο που εγκατέλειψα.

Έτσι, κι από το παράθυρο η θέα
του δρόμου ήταν ίδια και οι γείτονες
σαν πρόσωπα γνωστά που μ' ακολούθησαν
στη νέα μου συνοικία.

Η ζωγραφιά




Έμεινες όσο να τελειώσω
τη ζωγραφιά μου αγαπημένη
μπρός από τη θάλασσα, τα ρόδα και τά στάχυα
με τα κόκκινα χείλη, τα ξανθά μαλλιά
και τα γαλάζια μάτια.

Και τώρα δεν υπάρχεις πιά,
Γιατί ήσουν μόνο της αγάπης
η θάλασσα, τα ρόδα και τα στάχυα
που θέλησα να ζωγραφίσω.

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Χωρίς εισιτήριο

Απ’ την Ερμού σ’ άλλο βαγόνι
ψάχνω το μπαρ και δεν το βρίσκω
λαθρεπιβάτης, μ’ ένα ρίσκο
που σ’ άλλη σάρκα με σταυρώνει.

Το τραίνο φεύγει στην οθόνη
σαν τη διαφήμιση της Μίσκο·
των φίλων κόλλυβα στο δίσκο,
στις ράγες το ’στρωσε το χιόνι.

Συρμού, Ερμού μοιάζει με ρίμα
που ’γραψα μπαίνοντας πιο νέος·
και πόσα εισπράττει μηνιαίως

ο ελεγκτής που αργά, με βήμα,
ζυγώνει να με βρει, το θύμα
που οφείλει να πληρώσει έως...

Η Έρημη Γη (απόσπασμα)

... Ρέει ο μεγάλος ποταμός, οι ηπειρώτισσες πορ-
τοκαλιές
Καρπίζουνε στο φως, κι εκείνοι που χτύπησαν
τις γιορτές της λευτεριάς
Λουφάξανε βαθιά, πίσω απ' τον κόσμο.
Η νύχτα άπλωσε ξανά, υποταγμένη, εντροπαλή,
Και βρόντησεν ο κεραυνός το μέγα γράμμα
Ε
Επανάσταση : Τι έχουμε προσφέρει;
Σύντροφς, τρανεύει το αίμα την καρδιά μου
Η ωραία τόλμη μιας ζωής εξεγερμένης
Που μια αρχαία φρόνηση ποτέ δε θ' αναιρέσει
Μ' αυτή, μόνο μ' αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα αναφέρει στα παιδιά μας
Και μόνο εμείς θα ξέρουμε με το τριζόνι νεκρο-
πομπό
Κι αύριο μια χασισωμένη ανθρωπότητα να δημι-
ουργεί
Με το ίχνος των κορμιών μας.
Ε
Έρωτας : Άκουσα τα βήματά σου
Ένιωσα το χέρι σου στο χέρι μου
Με την άρνησή του άλλου, βεβαιώνοντας τη
φυλακή σου
Με τη μοναξιά του άλλου, σακατεύοντας τη
φυλακή σου
Μόνο τώρα που πήρε να φεγγίσει, ένα δάκρυ
Για μια στιγμή ζωντανεύει τον τρόμο της Πη-
νελόπης
Ε
Ελευθερία : Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενο, στο χέρι που το στρέφει
Η πρόσκληση ήταν γαλήνια, κι η καρδιά σου
ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα στην πρόσκληση, κυβερνημένη,
κυβερνώντας
Την ύστατη κυριαρχία.

Βγήκα απ' το αμφιθέατρο
Ξυπνώντας, πίσω μπρος και πλάι μου τα πλή-
θη
Να βγάλουμε τον κόσμο από την τάξη του.
Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι, ηυθέμεθλον.
Ανδρ' αγαθόν περί ή πατρίδι μαρνάμενον. Γιου-
χα και πάντα γιούχα των πατρίδων.
Ξηρά οστά όντα ανθρώπινα, εν αυτοίς σάρκα
ανέδειξα κια ψυχήν.
Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμετα λάμπει η
μέρα
Σήμερα αρραβωνίζεται αητός την περιστέρα.
Επανάσταση Έρως Ελευθερία
Θάνατος Θάνατος Αθάνατος

εωθινό

Την ώρα που μονούς μας ρύθμιζεν ο ύπνος
Υγρό το χέρι σου έρευσε να σου χαρίσει
Άρτο και οίνο, κοινωνίας κρυφής μεθύσι
Πλήρης ο πόθος ήτο ο μυστικός μας δείπνος.
.
Δεν είχε πλέον Γεσθημανή της προδοσίας,
Βαθιά κι ηδέως μας εψιθύριζεν η κτίση
Κι αν είχε τρεις φορές ο πετεινός λαλήσει
Ήταν για να προφέρει λόγια αθανασίας.
.
Μ’ άνθινο, μ’ ακάνθινο της ομορφιάς στεφάνι
Το γάλα σώμα σου είχε στέψει το κορμί μου.
Άναψα τότε το στεφάνι και μου εφάνη
.
Πως ήμουν μέγα δέντρο εν μέσω της ερήμου,
Γιγάντιο δέντρο, φουντωμένο ρόδα ή μήλα
Και ζωντανό νερό στη ρίζα του που εκύλα.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.