Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Τετράστιχον




Έν’ τζι η ομορκιά σου μιάλη, αμμά τζι η κορμοστασιά σου,
αφούς ούλες καττουδκιάζουν, όντες ρέσσουν που κοντά σου.
Είσαι ο ψηλός ο πεύκος πον ι-μπόρουσιν να ζήσουν,
χαμηλόττερα δεντρούδκια στον νοσσιόν του να πολύσουν

Η αθανασία



Η Κυβέρνησίς μου
έν’ η ποίησίς μου,
πάντα στο τεμόνιν
τζαι του νου τ’ ακόνιν.
Είδεν το πουντζίν μου
τζι έν’ παστόν; λαλεί μου·
-Τρώ’ σατέ σαλάταν,
χόρτα τζαι πατάταν.
Το κριάς στην σούβλαν
φέρνει πάντα μούγλαν!
Είμ’ ως δύμμαν νήλιου
ασκητής του σπήλιου.
Γράφω τζαι δκιεβάζω,
πλούτον κατεβάζω,
που ποττ’ εν θα λείψει,
ποιος να μου τον κρύψει;

Βαρώσιν


Κρίμας τα τόσα κάλλη σου τζι εμαυρογερημιάσαν
νεκατσιασμένοι Μάρτηες πιον πάνω σου ελουρκάσαν
Πού έν’ τα πορτοκκάλλια σου, γοιον λίρες που κρεμμούνταν
τζι εκοτσινολοούσασιν οι κόφινοι πο’ ’ρκούνταν;
Σήμμερον εν θωρείς ψυσήν, καλάθιν να γεμώσει
μήτε Τουρκούν με Γρισκιανήν. Πότ’ εννά ξημερώσει;

Οι αθάνατοι


Έπρεπεν πάντ’ αθάνατοι να μείνετε στην Τζύπρον μας
εσείς οι δκυο πρωτόμαστροι, Βασίλη τζαι Λιπέρτη
που ντύσετε τους στίχους σας πάνω στην χωρκατόγλωσσαν
τζι εμείς να σας κλουθήσουμεν, όι του όποιος έρτει.
Γιατί τωρά που λείψετε, πολλοί επήραν πάνω τους,
μάχουνται να χαλάσουσιν τους πασιοθεμελιούς σας,
που ξένους να ’ν’ οι μόλες τους, ζαπούνηεςνα κάμνουσιν,
όι να ’ν’ τσιμεντένιοι, πασιοί γοιον τους δικούς σας.
Όμως, ό,τι τζι αν κάμουσιν, εσάς πάλ’ εν σας ρίβκουσιν,
έν’ μάρτυρες τ’ αγάλματα οι λας που σας εκάμαν.
Θέλοντας τζαι μη θέλοντας εννά σας συναφέρνουσιν,
να νώθουν την ξηχάσκιασηντζαι να τους φέρνει κλάμαν.

Ερωτικά παραπονιάρικα Κακοτυσιόν


Ήτουν Απρίλλης μήνας τότες που σ’ αγάπησα,
μέρ’ ασυννέφκιαστη τζαι τα δεντρ’ αθθισμένα!
αχ! τζι η ζωή μας τότες έμοιαζεν αντζέλισσα,
γλήορα όμως εγινήκαν περασμένα!
Πρώμα τζι έτσ’ άξυππα εσιόνισεν ο Μάρτης μας
τζαι των χαρών μας τα πουλιά, τα καημένα,
που ’ρταν τζαι χτίσασιν φουλιές μες στα ποκλώνια μας,
εξηψυσήσαν με τα φύλλα, μαρκωμένα

Είμαστιν γέννημαν του φου


Εν την ι-ξέρουμεν εμείς την νύχταν μάναν μας,
με που το ψέμαν καρτερούμεν σωτηρίαν,
είμαστιν γέννημαν του φου τζαι της Ανάστασης
τζαι για να γράψουμεν τζινούρκαν ιστορίαν!
Εις την θεάν την τύχην τσίττοςεν πιστεύκουμεν
τζι ας έσει ’κόμα που φιλούν το πρόσωπόν της.
Ένε των πούτρων ομορκιά, πογιών κοτσίνισμαν,
λείπει το χάρισμαν, νάν’ κάλλος φυσικόν της!
Ένι τζι η κόρη της Αλήθκειας που γεννήσιος της,
’μμά ’ν’ αντζελόμορφη!... τζι αγέραστη στα γρόνια!
θέμα χαρίζει φως τζαι ζήσην εις τους φίλους της
τζι όι στραβάραν, φτώσειαν, πείναν τζαι κανόνια..

Δίστιχο

«Έχω κορμίν πολλά παλιόν, μα νουν του νέου κόσμου,
στες τρεις σιηλιάες τζι αν πλαστείς, είσαι σανότζιαιρός μου!»


Μετάφραση:

Έχω κορμί πολύ παλιό, αλλά μυαλό του νέου κόσμου,
και το τρεις χιλιάδες να γεννηθείς, θα είσαι συνομήλικος μου!

Παύλος Λιασίδης (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Παύλος Λιασίδης ήταν λαϊκός  Γεννήθηκε στο χωριό Λύση στις 23 Μαρτίου 1901 και πέθανε το 1985 στον συνοικισμό Τσιακκιλερό στην Λάρνακα.

 Οι γραμματικές του γνώσεις ήταν της Ε' τάξης του Δημοτικού. Άσκησε κατά καιρούς διάφορα επαγγέλματα, όπως του βοσκού, του εποχιακού εργάτη και του περιβολάρη. Το 1924 παντρεύτηκε την Ελένη Κ. Σκάρπαρη με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά.
Στην ποίηση άρχισε σαν ποιητάρης την περίοδο 1921-22. Αργότερα βγήκε από την ομαδική τεχνοτροπία των ποιητάρηδων, ανέπτυξε ένα δικό του προσωπικό στιλ και εξελίχτηκε σε έναν ιδιόρρυθμο τεχνίτη του στίχου και του λόγου και σε σημαντικό εκπρόσωπο της Κυπριακής λαϊκής ιδιωματικής ποίησης.
Βραβεύτηκε από την Μορφωτική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας το 1975 με το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς στην Ελληνική Κυπριακή Λογοτεχνία.

Ποιητικές συλλογές

  • Τραγούδια του νησιού μου (1928), 
  • Τα φκιόρα της καρκιάς μου (1933),
  •  Η παραλλαή του τζαιρού (1937), 
  • Χάραμαν φου (1944), 
  • Γέννημαν νήλιου (1946), 
  • Μπρόεμαν (1947), 
  • Εντεκάμισι η ώρα (1950), 
  • Δώδεκα παρά δέκα (1960), 
  • Να πεθάνει ο χάρος (1966), 
  • Η Τζύπρος δίχως πούτρα (1972), 
  • Η σταυρωμένη Τζύπρος μας (1976), 
  • Με το χέρι του Παύλου Λιασίδη (1987), 
  • Ποιητική αλληλογραφία (με Χαράλαμπο Δημοσθένους) (1989).
Όλες οι ποιητικές συλλογές έχουν συμπεριληφθεί και σε δίτομη έκδοση του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών με τίτλο "Παύλου Λιασίδη Άπαντα" (2003).

Θεατρικά έργα

  • Αλαβροστοισιώτης (Α' Βραβείο ΡΙΚ), 
  • Ο μονογιός (1982), 
  • Αϊ Βασίλης (παιδικό), 
  • Δκυο ττεμπέληες (παιδικό) (1946), 
  • Το δράμα της ζωής μου, 
  • Ο σουξουλιάρης, 
  • Η αγάπη νικητής (1935), 
  • Το θάμμαν (Β' Βραβείο ΡΙΚ) (1968).

Στις Γωνίες των Λέξεων (μικρά αποσπάσματα)

Της ακίνητης Κυριακής
Η ανία
Σε σκέψεις κιλά
Αργόσχολες
Μνήμης εκδρομές
Τυμβωρυχίες ερώτων.
Κι ενώ η μέρα
Σε προσπερνά
Αναποδογυρίζεις
Τα σύρματα
Και προσπαθείς
Γυαλίζοντας τις θαμπές πια αναμνήσεις να θυμηθείς…
Πότε πήρες το πρώτο σου φιλί;
Καλοκαίρι στους αμμόλοφους
Ή ένα απόγευμα που έβρεχε πολύ;
Τι χρώμα είχαν τα μάτια του;
Άραγε το πουκάμισο που φόραγε
Να ήταν θαλασσί;


 .....................................


 Ανάμεσα στη γραμμή του ήλιου
Και την καμπύλη της νύχτας
Πλάθω ένα ποίημα
Σαν στρογγυλεμένο παραμύθι.
Είναι οι λέξεις του χωρίς γωνιές,
Καιρό πολύ στίλβωνα
Μέχρι να γίνου λείες.
  

 ...................................

  Ανέστιος περιφέρεται σε απαστράπτοντα σαλόνια.
Γονυπετής σε σκοτεινούς διαδρόμους σέρνεται.
Λεχρίτης συνεπής της κάθε εξουσίας.
Κάποτε Πράσινος, άλλοτε Βένετος συγχνά Πρασινοβένετος.
Το χρώμα δεν έχει σημασία μόνο η Σημαία Ευκαιρίας.

 ......................................


Ο Αστροσυλλέκτης Ποιητής
Αλιευτής ονείρων
Ασκητής του ελάχιστου
Χορευτής του διάφανου
Μύστης της άχρονης στιγμής.

Αλεξάνδρα Γαλανού (βιογραφικά στοιχεία)


Γεννήθηκε στην Λάρνακα και σπούδασε Κοινωνιολογία στη Νέα Υόρκη και μεταπτυχιακές σπουδές στον ίδιο κλάδο με ειδίκευση στην κοινωνική ψυχολογία. Εργάζεται στον επιχειρηματικό τομέα

 Ποιητικές συλλογές 

1. Ανάμεσα στο Ζαφειρί και το Γήινο, 1996
2. Συγκάτοικοι του Ορίζοντα, 2000 (Βραβείο ποίησης Κώστα Μόντη)
3. Στις γωνιές των λέξεων, 2008


Ποιήματα της κ. Αλεξάνδρας Γαλανού έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες


Το πράμα που γεννά ψοφά (Στων μύθων μας τ’ αχνάρκα)



Πάει ο Ασκλανίχοτζιας εις την γειτόνισσαν του
τζιαι ζητά έναν καζάνιν για να κάμει την δουλειάν του.
Δια του το μα ξήχασεν πίσω να της το πάρει
τζιαι τότες η γειτόνισσα πάει χωρίς χαπάρι
τζιαι πιάνει το καζάνιν της τζι’ έναν μιτσίν δικόν του
τζι’ ο χότζιας άμα το’ μαθεν λυσσιά που το κακόν του.
Πάει ευτύς τζιαι βρίσκει την ζητά να του το δώσει
τζιαι τότες τζι’ είνη απαντά με πονηρκάν καμπόση
εν θα σου το δώσω πίσω εν μωρόν του καζανιού μου
θέλω το για να το δώσω δώρον ύστερα του γιού μου.
Δίχως να της πει κουβέντα φεύκ’ ο χότζιας σκεφτικός
Τζι’ έπεσεν που τον θυμόν του μεσ’ τα ρούχα νηστικός.
Ξαναπηαίνει το πρωίν τζιαι πιάνει το καζάνι
τζιαι λαλεί της μεν φοάσαι θα το φέρω μάνι μάνι.
Περνούν οι μέρες τζι’ εν πάει ο χότζιας να το πάρει
τζι’ άμα το ζητά λαλεί της. Έχω άσσιημον χαπάρι.
Εψόφησεν γειτόνισσα τζι’ είμαι μαραζωμένος
μα’ ν τζιαι μπορώ να σου κάμω τίποτες ο καημένος.
Μα πε μου περιπαίζεις με; ψοφά τζιαι το καζάνι
τζιαι τότες τζιείνος γελαστός λαλεί της μάνι- μάνι.
Έκαμεν τα ο πλάστης μας, όμορφα τζιαι σοφά
γι’ αυτόν άκου γειτόνισσα: Ότι γεννά, ψοφά
 

( Αμαν να κάμνεις πονηρκιές τους άλλους να γελάσεις
έναν να εσιεις μεσ’ τον νούν πο’ ν πρέπει να ξηχάσεις
ότι με τον ίδιον τρόπον σίουρα θα πιορωθείς
γι’ αυτόν να μεν σαλαβατάς, ούτε τζιαι ν’ αγχωθείς)

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (Σημάθκια των τζιαιρών)




Μιάν νύκταν πάνω στα ψηλά εσιάστηκα μια λάμψη
που ήταν τόσο δυνατή τζι’είπα πως θα μας κάψει.
Τζι’όμως τη στράταν έπιασα πέρκιμον της κοντέψω
τζιαί που το φώς της αν μπορώ λλίον τζι’εγιώ να κλέψω.
Έν ήταν πυροτέχνημα για φωτεινόν παιχνίδι
μα’ταν το φώς της ποίησης πον’της ζωής στολίδι.
Σε μιάν κολώναν κάμποσα ονόματα γραμμένα
άλλα μεγάλα άλλα μιτσιά μα ούλλα φωτισμένα.
Ονόματα των ποιητών τζιείνων που την εκτίσαν
τζι’αθάνατην την ποίησην στον τόπο μας αφήσαν.
Το κάθε έναν έλαμπεν με τον δικόν του τρόπον
τζι’ούλλα μαζίν εφώτιζαν τον δύσμοιρο μας τόπον.
Στην πιό ψηλήν της την κορφήν σε δάφνινα στεφάνια
τζιείνα πο’ λάμπαν πιό πολλά τζιαί φέγγαν στα ουράνια.
Τ’αείμνηστου Λιπέρτη μας τζιαί του Μιχαηλίδη
τζι’έναν που τους νεώττερους του Παύλου του Λιασίδη.
Ούλλοι τους τούτοι ποιητές πάντα θα ξεχωρίζουν
γιατί με τζιείνα πο’γραψαν την Κύπρο μας στολίζουν.
Πέμπουν μηνύματα πολλά γι’αγάπην τζιαί ειρήνην
για ελευθερίαν, ανθρωπιά τζιαί για δικαιοσύνην.
Η ποίηση τους έμεινεν να λάμπει σαν το φάρον
αφού ποττέ της έν γερνά τζι’ούτε φοάται Χάρον.
Πάντα ε-να στέκει ζωντανή για χρόνια τζιαί αιώνες

έστω τζιαί αν αλλάσουσιν τζι’ανθρώποι τζιαί κανόνες.

Ελλάδα μας κουράγιο

(Ανέκδοτο)



Ελλάδα μας περήφανη, Ελλάδα τιμημένη,
Ελλάδα μας που πρόσφερες το φως στην οικουμένη
Εσύ στον κόσμον έδωσες πρώτη πολιτισμόν
και σου αξίζει να δεχτείς απ’όλους σεβασμόν.
Κι’αν πέρασες κακοχρονιές, σκλαβιάν και καταιγίδες
έμενες πάντα ζωντανή, μας έδινες ελπίδες .
Σήμερα όμως προσπαθούν κάποιοι να σ΄αφανίσουν
και μ’έναν τρόπον άδοξον τα φώτα σου να σβήσουν.
Μα όσον και να προσπαθούν δεν θα τα καταφέρουν
τα ύπουλα τους σχέδια σε πέρας να τα φέρουν.
Φάρος θα μείνεις πάντα σου να φέγγεις στους αιώνες
και δεν θα κατορθώσουνε ν’αλλάξουν τους κανόνες.
Να ξέρεις πως Ελλάδα μας θα έχεις στο πλευρό σου
πάντα τους Κύπριους αδελφούς που θέλουν το καλό σου.
Τους κύπριους που σ’είχανε πάντα συμπαραστάτη
στήριγμαν, αποκούμπην τους, αληθινόν προστάτη.
Είναι δική μας η σειρά αδέλφια να προσφέρουμεν
στα δύσκολα προβλήματα παρηγοριάν να φέρουμεν
Εμπρός Ελληνοκύπριοι, εμπρός να βοηθήσουμεν
λίγον από το χρέος μας , μ’αγάπην να ξοφλήσουμεν .

ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ Η ΜΑΝΑ ΣΗΜΕΡΑ (Σημάθκια των τζιαιρών)



Γιορτάζει η μάνα σήμερα κοντά της συνακτήτε
τζιαί μιάν κουβένταν όμορφην μ’ αγάπην να της πείτε.
Οτ’έσιετε ξηχάστε το τζιαί δίπλα της βουράτε
δείξετε με τον τρόπο σας πόσον την αγαπάτε.
Νά ‘ρτετε ούλλοι σας κοντά τζιαί να της ευχηθήτε
χρόνια πολλά μανούλλα μας τζιαί όμορφα να ζιείτε.
Σύντομα να εκπληρωθούν όσα επιθυμείτε
τζι’αγγόνια τζιαί δισέγγονα να αντέξετε να δείτε.
Τζι’όσ’ είσαστεν στην ξενηθκιάν τ’ακουστικό σηκώστε
τζι’ας εν που το τηλέφωνον χαρά στη μάνα δώστε.
Λόος γλυτζιής πον ν’ακουστεί που το παιδί στην μάνα
αξίζει εκατό φορές τζιαί τ’ουρανού το μάννα.
Αισθάνεται περήφανη σαν δεί τζιαί την στηρίζουν
τζιαί τα παιθκιά της νοιώθει το πως την υπολογίζουν.
Τζι’η μάνα τίποτ’έθελει άλλλον που το παιδίν της
μα να το νοιώθει δίπλα της στήριγμα στη ζωήν της.
Γιατί η μάνα στη ζωήν ότι τζιάν πείς αξίζει
τζι’όποιος τη μάναν εν τιμά τζι’έν την υποστηρίζει
σαν το σιυλλίν τ’αδέσποτο πρέπει του να γυρίζει.
Τη μάναν που τον έφερε στη γήν αν δεν τιμήσει
κάλλιον να φκή πασ’τα βουνά σαν ασκητής να ζήσει.

Τρόϊκα τζιαι Συνεργατισμός



Την Τρόϊκαν εφέραμεν στην Κύπρο να μας σώσει
τζιαι στην οικονομίαν μας λλίην ζωήν να δώσει.
Εφέραμεν την τα στραβά πράματα να ισιώσει
τζιαι ούλλα τ’ αξινόστραφα σιγά- σιγά να στρώσει.
Να βάλει τα προβλήματα ούλλα σε μια σειρά
να δουλεύκουσιν ρολόϊν τζιαι να’ ν πάντα μια χαρά.
Μαζίν τους συμφωνούμεντε, σωστά να προχωρήσουν
τζιαι τα ζαβά τζι’ ανάποδα να τα εξαφανίσουν.
Όμως τον Συνεργατισμόν έθελα να ρωτήσω
ίντα το συναφέρνουσιν γιατ’ εν τον φήνουν πίσω.
Αφού η στράτα που κρατεί εν καθαρή τζιαι ίσια
γιατί παν να του βάλουσιν ζυγόν πασ’ τα ζηνίσια.
Ας ισιώσουν ούλλα τ’ άλλα πον ζαβά σαν το τοξάριν
τζιαι ο Συνεργατισμός μας έσιει του Θεού την χάριν.
Μα τζιαι κάποιοι πο’ ν το ξέρουν ας το πάρουν πιον χαπάριν
ούλλα τα μέλη έχουν τον, στήριγμαν τζιαι καμάριν.
Τζιείνοι που εν να κάτσουσιν απόφασιν να βκάλουν
ίνταν που παν να κάμουσιν στο νουν τους να το βάλουν.
Τούτον τον ιερόν θεσμόν να μεν τον καταργήσουν
τζι’ αν θέλουν τον φτωχόκοσμον σωστά να βοηθήσουν
με θυσίες τζιαι με κόπους ζωντανόν να τον κρατήσουν
τζιαι στης Τρόϊκας τες πιέσεις να σταθούν να μεν λυγίσουν .

ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ



Οι νόμοι ούλλοι έχουσιν πόρτες τζιαί παραθύρκα
τζιαί μοιάζουν με κουκλόσπιτα πόσιει στα παναϊρκα
για τούτον τζι’εν θωρούμεν πιον πας’τούντη γη χαίρκα.
Γιατί τον τρόπον δείχνουσιν στους μιάλους να γλυτώνουν
τζιαί τα σπασμένα οι μιτσιοί πάντα τους να πιερώνουν.
Συμβαίνουν καθημερινά τζι’ας το παραδεκτούμεν
αφού ομπρός μας μια ζωήν εν τούτα που θωρούμεν
Kαπάλιν έτσι γίνεται τζι’εν η πικρή αλήθκεια
ε-γεγονότα της ζωής τζιαί όϊ παραμύθκια.
Είσαι φτωχός τζιαί έκλεψες έστω τζιαί μια μπακκίρα
κλάψε πιον για την τύχη σου τζιαί την πικρή σου μοίρα.
Πάεις καταδικάζεσαι τζιαί φκαίνει τ’όνομα σου
τζι’ομπρός τους ε-να-τό βρουσιν αύριο τα παιθκιά σου.
Κλέφτουν εκατομύρια τζι’εν τους καταδικάζουν
αλλά τζιαί με ευγένειαν Κύριους τους φωνάζουν.
Φτωσιοί το νου σας νάσιετε τζι’αιτίες μεν διάτε
πάντα σας να προσέχετε να μεν παρανομάτε
γιατί χωρίς σκέψην πολλή στη φυλακή θα πάτε
τζιαί παραθύρκα αννοικτά εσείς μεν-ι-ζητάτε
ε-μόνο για τους δυνατούς τζι’άδικα συζητάτε.

Τζι’ όμως ο φούρπος, φούρπος



Σβύνουμεν οικονομικά τζι’ όμως ο φούρπος, φούρπος
τζι’ εν εισβολέας δεύτερος σχεδόν όπως ο Τούρκος.
Ο Τούρκος άδικα κρατεί τα μέρη τα δικά μας
τζι’ ο φούρπος σιέριν έβαλεν στα οικονομικά μας.
Εν δύσκολον ειλικρινά ν’ ακούεις να λαλούσιν
ότι σιηλάες πλάσματα στον τόπον μας πεινούσιν,
πολλοί με θκιακονιόν περνούν τζι’ άλλοι φυτοζωούσιν
τζι’ άλλοι που τους φιλόπτωχους να ζήσουν καρτερούσιν.
Τζι’ όμως εκατομμύρια χωρίς να τα σκεφτούσιν
για παίκτες τάχα θκιαλεκτούς αλύπητα διούσιν.
Λαλούν πως φέρνουν έμπειρους σπουδαίους παικταράες
μα βκαίνουσιν οι πιο πολλοί στο τέλος μασκαράες.
Δείχνουν να’ ν τέλει’ αχάπαροι μα οι σιηλιάες φεύκουν
τζι΄ αν οι ομάδες κλώσουσιν δύσκολα ξημπερτεύκουν.
Πέρνουν τους δικαστήρια κόμα τζιαι στην ΟΥΕΦΑ.
Αλλάξετε τροπάριον τζι’ επήραν μας πιον πρέφα.
Συστάρετε παράγοντες τα οικονομικά σας
Κυπραίους παίκτες να’ βρετε γνήσια παιθκιά δικά σας.
τζιειν ΄την φανέλαν που φορούν στ’ αλήθκεια να τιμούσιν
να νοιώθουσιν το βάρος της τζιαι να την αγαπούσιν

Βιογραφικό στα Κυπριακά


Αρκές του σαρανταεφτά μέσα εις το Γεννάρι
μια νύκτα σιειμωνιάτιτζιην που εν είσιε φεγγάρι
σε ένα σπίτι δίπατο κτισμένο με πλιθάρι
έλαχε μου να γεννηθώ λαλώ το με καμάρι.
Στην επαρχία Λάρνακας, στο Τζιήτιν το ζωρκό μου
εν τούντο πλιθαρόκτιστον το πατρογονικό μου.
Τριακόσια πόθκια που τζιαμαί ακόμα τζιαι πιο λλίο
βρίσκεται η Αγγελόκτιστη τζιαι δίπλα το σκολείο.
Η Παναγία Αγγελόκτιστη τα’ όνομα της δοξάζω
η αρχαία μας η εκκλησία που πάντα τη θαυμάζω.
Ήμουν στην οικογένειαν ο τρίτος στη σειρά
η μάνα μου τζι’ ο τζιύρης μου είχαν διπλή χαρά.
Γιατί τότε εκάμνασιν πόλικα κοπελούθκια
τζι’ αν λάχαινεν ν’ άρκετουν γιός αρκέφκασιν τραούθκια.
Ακόμα τρία εκάμασιν παιθκιά μετά πο’ μένα
πάνω στην πόρτα τα’ αρμαρκού τα ονόματα εγραμμένα.
Το φύλλον τους τζιαι η σειρά ούλλα καταγραφήκαν
κόμαν τζιαμαί τζιαι φαίνουνται εν’ εκαταστραφήκαν.
Ο τζιύρης μας ήταν βοσκός μα είσιεν τζιαι περβόλι
τζιειμέσα την εφκάλλαμε σαν είμαστε ροκόλοι.
Τα καλοτζιαίρκα ούλλοι μας πάντα μεσ’ τα χωράφκια
τίτσιροι τζι’ ανυπόλητοι στους ήλιους τζιαι στ’ αγκάθκια.
Που μουν εις το Δημοτικό σκολείον του χωρκού μου
καθόλου σκέψεις εν είχα ούτ’ εστενοχορκούμουν.
Τάχα για τα μαθήματα να κάτσω να θκιαβάσω
γιατί αλλού ετράβα με την ώρα να περάσω.
Σχεδόν όποτ’ εσκόλανα σιειμώναν καλοτζιαίρι
πάντα με ένα λάστικον ή τα βερκά στο σιέρι
όπου εθώρουν τα πουλλιά έπρεπε να βουρήσω
ή να τους στήσω τα βερκά ή να τα τζιυνιήσω.
Ύστερα στο Γυμνάσιον όπου τζι’ αν ήμουν πάντα
αστιέυκα τζιαι πείραζα εν εδιούσα αμάντα.
Σαν μαθητής μπορώ να πω εν ήμουν ο σπουδαίος
πρώτος στα μαθηματικά μα στ’ άλλα μου μεσαίος.
Όμως να πω το ήμαρτον με λάχει τζιαι ξηάσω
που τότες που’ μουν μαθητής άρκεψα να συντάσσω.
Τσιατίσματα τζιαι σάτιρες για τους συμμαθητές μου
τζιαι μέσα μέσα επείραζα τζιαι τους καθηγητές μου.
Μα τζιείνα ούλλα πο’ γραφα το λάθος μου το μιάλο
ποττέ μου εν’ σκέφτηκα κάπου για να τα βάλω.
Αν τα βάλλα σε μια γωνιάν ούλλα τζια φύλαα τα
τρια βιβλία σίουρα με τζιείνα εγέμωνα τα.
Η μάνα μου τζι ο τζιύρης μου εθέλαν να με δούσιν
δάσκαλον ή καθηγητή να ευχαριστηθούσιν.
Όμως εγιώ εν έθελα χρέη να τους φορτώσω
τζι’ άμα φκηκα που το στρατό για να τους ξαλαφρώσω.
Έπιαα σύντομα δουλλειάν μέσα εις το χωρκό μου
γραφκιάς στην Συνεργατικήν δίπλα που ένα θκειό μου.
Χρόνια πολλά σαν βοηθός ήμουν τζιαμαί μαζίν του
τζιαι γραμματέας έγινα πο’ πιαν τη σύνταξην του.
Μεσ’ το εβδομήντα τέσσερα τζιαι πριν την εισβολή
μιαν παφιτούν αγάπησα νούσιμην τζιαι καλή
τη Σταυρουλούν που το Στρουμπί γλυτζιάν τζι’ αγαπημένην
μαμμούν εις το επάγγελμα στη Σκάλα διορισμένη.
Ύστερα αρμαστήκαμεν έσιει κοσιέξη χρόνια
τζι’ αγαπημένα ζιούμεντε όπως τα σιεληόνια.
Εις το πλευρόν μου εστάθηκεν πραγματική Κυρία
τρία παιθκιά μου χάρισεν π’ όχουν πολλή λατρεία
Γαβρίλην τον πρωτότοκο στην πρώτην ευκαιρία
τζι’ ακόμα δκυο, τες δίδυμες, τη Στέλλα τζιαι Μαρία.
Ποιήματα σα’ νάρκησα πολλά για ν’ αρκινήσω
μα ώσπου ζιω αν’ ημπορώ ε’ να τα συνεχίσω.
Να βοηθήσω νακκορίν στην ποίησην του τόπου
στην γνώριμην τοπολαλλιάν πον’ η ζωή τα’ αδρώπου.
Να δοτζιημάσω αν μου περνά μια πέτρα να της κτίσω
αθύμιον τζιαι κληρονομιάν στην Κύπρο μας ν’ αφήσω.

Αντώνης Γαβριήλ Παπά (μικρό βιογραφικό)

Γεννήθηκε στο Κίτι της επαρχίας Λάρνακος στις 8/1/1947
Εργάστηκε στη Σ.Π.Ε Κιτίου από όπου και αφυπηρέτησε το 2008 από τη θέση του διευθυντή.


 βιβλιογραφία
  • Που της ψυσιής τα βάθη, 2001
  • Αλήθκειες της ζωής,2003
  • Στις ρίζες της τοπολαλιάς, 2005
  • Συνοπτικός τόμος, Σημάθκια των τζιαιρών + CD, 2007, εκδόσεις POWER PUBLISHING
  • Σκέδια τζιαι Ποιήματα τζιαι της ζωής μηνύματα, σε συνεργασία με τον Αθηνόδωρο Γεωργίου (σχέδια),
    εκδόσεις POWER PUBLISHING
  • Κυπριακά Παραμύθια σε ποιητική μορφή στην Κυπριακή τοπολαλιά *, 2010, εκδόσεις POWER PUBLISHING
    • Η Κουτσουκουτού (Θεατρικό)
    • Η Αλεπού τζιαι ο κόρακας
    • Ο Σπανός τζιαι οι σαράντα δράτζιοι (Θεατρικό)
    • Ο Τυρίμος (Θεατρικό)
  • Στων μύθων μας τα χνάρκα (Κυπριακοί έμμετροι μύθοι), 2011, εκδόσεις POWER PUBLISHING
  • Η Σιονάτη τζιαι οι εφτά νάνοι (έμμετρο παραμύθι), 2011, εκδόσεις POWER PUBLISHING

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

καταγγελία πράξεως υπόπτου



Γνωρίζω καλώς το συμβάν. Το είδα όπως
σε βλέπω και με βλέπεις. Αν και οι εφημερίδες
τυπώθηκαν με λεφκά κενά, αν και το ραδιόφωνο
μετέδιδε μόνο διαφημίσεις απορρυπαντικών,
αν και η πρόσοψη του κτιρίου έθαλλεν απαστράπτουσα,
αν και οι φύλακες καθάρισαν επιμελώς όλα τα ένοχα ίχνη.
Εκεί, στον Β' θάλαμον, πρώτος διάδρομος αριστερά,
εκεί, μέσα στο εθνικόν Μουσείου Πατριδοκαπηλείας,
το άγαλμα νεανίσκου φέροντος πέος εν υπερστύσει,
αφτοκτόνησε. Αφτόν το επεισόδιον καταγγέλθει
άνεφ όμως κατανοήσεως ελαχίστης εκ μέρους
των αρμοδίων αρχών από τον Π.Α.
τω σωτήριω έτη 1974 μ.θ.*
Όμως θα επανέλθω δριμύτερος επ' αφτού
του θέματος και εις λεπτομερέστερην περιγραφήν
του μελανού αφτού συμβάντος.
Καιρώ τω δέοντι, εννοείται.

*μ.θ. = μετά θάνατον

το κάστρον


Το κάστρον εκσπερματώνει θλιβερές αναμνήσεις
υπό μορφήν βίαιων κυμάτων. Το κάστρον είναι
μια προέκταση του βραχίονα των βράχων που
εφορμούν εν στύσει προς τον παρθενικόν υμένα
των ουρανίων σωμάτων. Το κάστρου δεν επιδέχεται
την εύσπλαχνον επαιτείαν,
ούτε επιζητεί γόγγους επετειακούς.
Δεν μπορεί όμως και να βαστάξει
την λήθη διάττοντος αστέρα.
Απαιτεί την συρρίκνωσιν όλων των αξιών
εις την μίαν και την μοναδικήν λέξιν της Ελεφθερίας.
Διότι, πώς άλλως θα δυνηθεί να λεφκάνει
την χαίνουσαν πληγήν της νύκτας;

αρχή προσεφκής


Επορέβουνταν μέρες πολλές μέσα σε στράτες
πορφυρές από τα γαίματα και σε σοκάκια
κατασκόνιστα από τις ντροπές των αλόγατων
και των αβνανιζόμενων οστεοφυλάκων.
Εμαγαρίζασιν δε κάθε κοπελλούδαν που εσυναπαντούσασιν
ομπρός τους και πού να μην συναπαντήσεις την ΄Ανοιξιν;
Και τα δένδρα εμαράναν τους καρπούς τους
για να μην τους βλέπουν και τα ζωντανά - είδες,
αν είναι και κτηνά ενογούσασιν -επήραν των ομματιών τους,
για να μην γρικούν την σιχαμερήν συνουσίαν.
Οι μούγιες εστήσασιν ζιαφέττιν μέσα σε βοθροειδή κρανία.
Και αφού το κακού αβγάτιζεν άπου μέραν της ημέρας,
οι άλλοι οι καϋμένοι, ίντα να κάμουσιν έπιασαν έναν πεζούνιν,
αποθέσαν στις γαλάτες του την μέλισσαν της ορπίδας
και τα ελάτρεφσαν μουλλωχτά.

να μη σ’ έχω


Στο τραπέζι μου ένα βάζο,
που γυρεύει συντροφιά,
μα λουλούδια δεν του βάζω,
για ν’ αντέχει μοναξιά.

Στην κρεμάστρα καμπαρντίνα
που γυρεύει για κορμί,
σβήσαν τα όνειρα εκείνα
με την πρώτη αφορμή.

Πάρε με,
μες στο βλέμμα σου πεθαίνω
κι ό,τι θέλεις κάνε με,
πάρε με,
δεν αντέχω να μη σ’ έχω
κι ό,τι θέλεις κάνε με.

Στο τραπέζι φτιάχνω κύκλους
με τη σκόνη που `πεσε,
έδιωξα όλους μου τους φίλους,
το κενό περίσσεψε.

Στο τραπέζι γράφω κύκλους,
κι έξω γύρω παγωνιά,
θα `ρθω να σε συναντήσω
στου μυαλού κάποια γωνιά.

Πάρε με,
μακριά σου δεν αντέχω
κι ό,τι θέλεις κάνε με,
πάρε με,
απ’ τα χάδια σου να τρέμω
κι ό,τι θέλεις κάνε με.

αόρατοι σταυροί

Ο δρόμος που δεν έπαιρνες σού `τρωγε την ψυχή,
ξοπίσω καθώς άφηνες κι αυτό το σταυροδρόμι.
Το ξέρω πως σε βάραιναν αόρατοι σταυροί
και έβλεπα να γέρνουνε οι όμορφοί σου ώμοι.

Μάζευε σύννεφα ο καιρός, κι ο ήλιος τα φοβόταν.
Θυμώνανε τα λόγια σου, κι η αγάπη μας κρυβόταν.

Σκύβω να πιω πικρό νερό στης μνήμης την πηγή,
να καθρεφτίσω τα παλιά σ’ ένα υγρό φεγγάρι.
Μπορεί να σε συγχώρεσα μια νύχτα με βροχή,
που λόγια ξέφυγαν πικρά σαν το κακό το ζάρι.

Μάζευε σύννεφα ο καιρός, που κρύβανε τ’ αστέρια,
και βγάζαμε χωρίς ντροπή του εγώ μας τα μαχαίρια

και φεύγαμε


Βήματα μικρά φέραν πιο κοντά
τ’ ονειρεμένο
μπήκε η χαρά νύχτα ξαφνικά
σε άδειο τρένο.

Χτύπησες δειλά μάτια σιωπηλά
ήσουν κοντά μου
έμοιαζα κι εγώ δώρο ανοιχτό
απ’ τη χαρά μου.

Ώρες τρυφερές τσιγάρο και καφές
τα δυο σου μάτια
κι ήταν το φιλί ζεστό πόσα στη ζωή χρωστώ
με εσένα έμαθα να ζω.

Σ’ άλλους κόσμους μπαίναμε άγνωστο και φεύγαμε
ούτε που μας ένοιαζε που θα μας βγάλει
δυο ψυχές που πέταξαν κι όνειρα τους έταξαν
αρκεί να χάνονται μαζί.

Βήματα αργά πήραν μακριά
το άγγιγμά σου
μπήκε η μοναξιά μέρη σκοτεινά
μες στην καρδιά σου.

Έγινε το χθες ξέρω πως δε φταις
φωτογραφία
τοίχος και κοιτώ να βρω βλέμμα γελαστό, ζεστό
μαζί σου έμαθα να ζω...

Νύχτες ατέλειωτες


Άνεμοι πόρτες χτυπούν
φέρνουν εδώ τ’ άρωμά σου
όσο οι μέρες περνούν
έρχομαι πάλι κοντά σου

Θάλασσα εγώ κι εσύ αστέρι
πού να σε βρω
ποιος να σε φέρει

Νύχτες ατέλειωτες
δρόμοι οι έρωτες
βγάζουν συχνά πουθενά
ανάσα και σώμα
θυμάμαι ακόμα
ήθελα να `ρθεις ξανά

Νύχτες ατέλειωτες
δρόμοι οι έρωτες
είν’ η ψυχή μου μια Γη
χώμα το σώμα δικό μου ακόμα
που μια βροχή καρτερεί

Άγγελοι στήνουν χορό
μα έχουν μια λάμψη που σβήνει
μες στις στοές του μυαλού
είσαι του πόνου η μνήμη

Θάλασσα εγώ κι εσύ αστέρι
πού να σε βρω
ποιος να σε φέρει

Νύχτες ατέλειωτες
δρόμοι οι έρωτες
βγάζουν συχνά πουθενά
ανάσα και σώμα
θυμάμαι ακόμα
ήθελα να `ρθεις ξανά

Νύχτες ατέλειωτες
δρόμοι οι έρωτες
είν’ η ψυχή μου μια Γη
χώμα το σώμα δικό μου ακόμα
που μια βροχή καρτερεί

Νύχτες ατέλειωτες
δρόμοι οι έρωτες
βγάζουν συχνά πουθενά
ανάσα και σώμα
θυμάμαι ακόμα
ήθελα να `ρθεις ξανά

Νύχτες ατέλειωτες
δρόμοι οι έρωτες
είν’ η ψυχή μου μια Γη
χώμα το σώμα δικό μου ακόμα
που μια βροχή καρτερεί

Εγκατάλειψη


Κορμιά στον καναπέ παραδομένα

Δύο τσαϊκά στο πάτωμα πεσμένα

Σκούριασε το νοικοκυριό στου Ντίμη

Κούφιος ο χρόνος δίχως μνήμη

 

Τα χέρια στο στομάχι σταυρωμένα

Πορτραίτα η σκόνη αφηρημένα

Κεριά! Πώς λιώσαν οι ευχές να ζήσεις

Σε βάθος σκοτεινό γιαλού οι αισθήσεις

 

Δώσε, Θεέ, στον ύπνο τη γαλήνη

Τάμα ελιάς γονατιστό το χωριό δίνει.

 

Ψηλά, λεμόνι, κολυμπά η σελήνη.

[Δε χορταίνουν τον έρωτα]

Δε χορταίνουν τον έρωτα,

το πράσινο το καφετί, το γαλανό. 

Ομως δε γράψαμε γι’ αυτά, 

δεν είπαμε πως είναι διεστραμμένοι, 

πάτρωνες, πόρνοι, εκπορνευτές, χυδαίοι. 

Είναι αυτό αναγνώριση πως κείνα

ξέρουν καλύτερα απ’ τον άνθρωπο,

τι έρωτας σημαίνει.

Στου κάμπου το νοικοκυριό

Στου κάμπου το νοικοκυριό για τον 

καθένα 

Ενα ποτήρι περιμένει 

Κάτω από τον ήλιο, και είναι πάντα 

ήλιος 

Κάτω από τη βροχή, όταν πέφτει βροχή.

Βάσος Αριστοδήμου (βιογραφικά στοιχεία)


Vassos Aristodemou
Ο Βάσος Αριστοδήμου γεννήθηκε στο Καραβοστάσι της επαρχίας Λευκωσίας το 1929. Σπούδασε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, στο Διδασκαλικό Κολλέγιο Μόρφου και στο Gray's Inn του Λονδίνου.
Εργάστηκε σαν δάσκαλος, ταχυδρομικός υπάλληλος, δικηγόρος, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, επαρχιακός δικαστής Λευκωσίας και ως πρόεδρος του Στρατιωτικού Δικαστηρίου.
Στη διάρκεια της διδασκαλικής του υπηρεσίας υπήρξε συνδικαλιστής:
1950-1953 μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Παγκύπριας Διδασκαλικής Οργάνωσης (ΠΔΟ) και 1955-1958 γενικός Γραμματέας της Παγκύπριας Οργάνωσης Ελλήνων Διδασκάλων (ΠΟΕΔ).

Φροσούλα Κολοσιάτου (βιογραφικά στοιχεία)

H  Φροσούλα  Κολοσιάτου  κατάγεται  από την Κύπρο .Ζει στην Αθήνα , όπου εργάζεται  ως καθηγήτρια  αγγλικής  φιλολογίας ,  και  γράφει  ποίηση από το 1979

Πίσω από τις κάμερες

Πίσω από τις κάμερες
Μια γυναίκα με μαύρα γυαλιά
Ταξιδεύει για τις άγονες γραμμές
Κάποτε ντύθηκε
Την τελευταία απόσταση της σιωπής
Κόκκινη λύπη

Άφησαν τρύπες μεγάλες
Τα γεγονότα
Εκεί η τέχνη λατρεύει τα άλματα
Τα προσεγγίζει από χαμηλά σημεία
Αίσθηση φθινοπωρινή
Ρυτίδα στην επιφάνεια του νερού
Η γυναίκα ανοίγει ένα παράθυρο

(Ουράνιο θέατρο σκιών)

Ουράνιο θέατρο σκιών
Το σκουριασμένο φεγγάρι
Μονόπετρο
Με τη βελόνα
Με τα δάκρυα της μαμής
Το φόβο που είχα
Για την κλωστή που μου πέρασαν
Τόσο επικίνδυνα

Θα έχω τα φώτα ανοικτά
Ήρθε η Αϊσέ
Για να τρυπήσουμε τα αυτιά μου

Το είδωλο σε κάτοπτρο της λύπης
Εκεί που δεν φωτίστηκε ποτέ το μέρος.

(Δεν έχω χέρια να αραιώσω τις πατημασιές)

Δεν έχω χέρια να αραιώσω τις πατημασιές
Σ’ ένα κακό φθινόπωρο νοτιά
Ψυχρά φεγγάρια
Στη σιωπή
Οι συσκευές κρέμασαν
Το πορτραίτο της πύλης ανάποδα
Φωνάζω με φωνές άλλων ανθρώπων
Και διεισδύω στο σπίτι με τις λεμονιές
Το άφησα σε ξεχασμένο κρύσταλλο

Τώρα σκοντάφτω σε παλιά αντικείμενα
Μα έχουν γίνει δάκρυ
Η φωτογράφος ανοίγει το φακό
Να μπει λίγο φως
Να κρυφακούσω

Μην πεις τίποτα

ΚΥΠΡΟΣ 15 ΤΟΥ ΝΙΟΒΡΗ 1983


Η θλίψη σου πλανιέται στα μάτια μου και
μας ανήκει.
Σήμερα θα' χω γεράσει πάλι απότομα
Είμαστε μόνοι
Τα ματαίωσε όλα
η χειμερινή λευκή απεργία των μουσικών
Μια άτυπη επέμβαση χωρίς ευθύνη
Αν όλο και περισσότερο σ' αγαπώ
όλο και πιο πολύ σε χάνω
Οι πρώτες σοδειές σκορπίστηκαν.
Η γλώσσα σου τώρα βουβή
φοβούμαι δεν θα προλάβεις να μου μιλή­σεις
Ποια θέση να πάρω σε τούτο τον τόπο
είσαι ένα σώμα συνέχεια εκτεθειμένο στο θάνατο
Μέσα στο μυστικό πηγάδι πνιγμένη
μια μακραίωνη συμβίωση
με το θυμωμένο ουράνιο τόξο
Μια σύνθεση ωστόσο πολύμορφη
Επίμονα έρχεσαι απ' το βυθό της θάλασσας
    αθάνατη.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ


Ήταν απεργοί της αμερικάνικης βάσης
Μια γυναίκα δίχως ενίσχυση
προσπαθούσε
να καταπιεί την οργή μ' έναν ασύρματο
μέσα στο στόμα της
Το παραφουσκωμένο άσχημο μάτι
πάντοτε καταδιώκει
Κοίταξε γύρω του, μια, δυο, τρεις φορές
ύστερα στάθηκε στην πύλη
Φώναξε
-- Είστε αφελείς, δεν ξέρετε τίποτε     θα σας σκοτώσω-
Όρμησε σαν τρελός...
Νόρμαν Μοντέλιους. Σμηνίας
Αυτοί βάλθηκαν να τραγουδάνε
την τσακισμένη οργή τους.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Η φούχτα που άνοιξε απ' τα δάκρυα
Είναι καιρός να γνωριστούμε
εμείς οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι
Μια πολιτεία δυο πολιτείες
-μέλλον πυκνό αβέβαιο-
γέρνουν στις εφτά πληγές του Φαραώ
και αφανίζονται
Μένουν οι νέοι οι υποκοσμικοί
να εξιστορήσουν
μα έσκυψαν να πιουν εκεί ακριβώς
οι νύκτες και το έγκλημα
Μεγάλα κενά
στερημένα αισθήματα
Σκληρή φωνή κατοίκησε τη φυλακή
μια νέα θεά της βίας νύχτα σκοτεινή απλη­σίαστη
Κανείς δεν ξέρει αν θα έρθει ο πόνος
να σταθεί μαζί τους
Μόνο νιάτα χαμένα
και τα όνειρά τους που άλλαξαν πρόσωπο
Γίνανε ρύπανση
Όταν μου μίλησαν για τούτη την αυθάδεια του καιρού
Απάντησα
Είμαστε εκεί
Ταγμένοι οριστικά στην αιωνιότητα.

ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΗ ΜΕ ΓΕΝΙΚΟΤΗΤΑ


Τώρα δεν μένει παρά
να φτιάχνουμε
μαρμάρινα αγάλματα
από φυσιογνωμίες βασανισμένες
Σε ταμπέλες μιας απειθαρχίας διοπτροφόρου
κυματίζει η κρυφή διάσταση του κόσμου
Η ζωή μας δυνάμει δημοκρατική
ευτυχία και κατανάλωση
Ένα όργιο ζωηράδας
μιας συγκρατημένης θλίψης σε βιολοντσέλο.
Άνθρωποι ξεστρατισμένοι
μέσα σ' ένα χείμαρρο επιχειρημάτων
και κανείς ίδιος στην απαράλλακτη κατάσταση.
Είναι επαγγελματίες αλίμονο.
Μυρουδιά πολύχρονης χρήσης
και
χειροκροτήματα που ανεβάζουν
ψηλά μέχρι την αποθέωση
θέρμη αλληλεγγύης
ή...
Είναι ζήτημα εκτίμησης.

ΣΤΟΝ ΟΜΦΑΛΟ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ


Όμοια με γέννα αυτόματη
ακαταπόνητη μια ωριμότητα κουκουλωμένη
χάλασε το στολισμό για τη γιορτή.
Ειδικεύεται σε εκδηλώσεις παράνομες
αναβιώνει τις ρωμαϊκές ευτυχίες.
Πότε άλλαξε η εποχή;
Το 'θελε το σονέτο της αγάπης         
Ήταν η ερωμένη του ωραίου
απόσταγμα επαναληπτικό μια παρόρμηση λέξης.
Θα την στολίσουν διαφορετική.

Λεμεσός

Η πόλη μου ένας παράλιος δρόμος
γαζίες, υπαίθρια καφέ, νυχτερινοί ευκάλυπτοι
φωτογράφοι τουρίστες
διατηρητέα λήθη.

Η πόλη μου μια γυναίκα
που χουζουρεύει ανόητα
σε δανεικά σεντόνια
και κοιτάει αχόρταγα απ’ το τζάμι
στωικούς φοίνικες
και παραταγμένα καρποφόρα.

Η πόλη μου κάθε Κυριακή
πάει ποδηλατώντας στο δασάκι
κι αναπνέει για όλη τη βδομάδα.

Τα καλοκαίρια βάζει ένα καουμπόικο καπέλο
και φουστανάκι ελάχιστο
για να βρει το σώμα της που παίρνει
κάποια στιγμή φωτιά.

Δίψα

Πάνω από ένα πηγάδι
σκύβουμε κουρασμένοι σε νερό διάφανο
και γίνονται όλα αβαθή
ελαφρά και αθώα
σε ρυθμό αργοκίνητων βλεφάρων.

Άλλοτε το νερό έχει μια γεύση ματαίωσης
όπως όταν είπαμε φτου κι ελευθερία
και μας είπαν όχι, παίξτε μόνοι σας.
Ωστόσο τίποτε δεν είναι όπως παλιά
ο Νοέμβριος τώρα κρύβει καλοκαίρια
που καίνε όλες τις μνήμες
όλα τα επίτηδες αφημένα χνάρια ατυχών ερώτων.

Πάνω από το πηγάδι
η ομορφιά του κόσμου πιάνει φωτιά
αγγίζονται τόσα σώματα
και τρέμει το νερό.

Επιπλέον είναι μοναδική αυτή η ιδιότητά του
να μας ενοχοποιεί για αφωνία
ή παιδικές εξομολογήσεις.
Ακόμα.

Απογυμνωτής καλωδίων



Ο τόπος κοινός.
Ερυθρός, με βαλβίδες, κοιλίες, υγρασίες
Πάλλεται σ’ όλα τα σώματα
Έχει ρυθμό και απλότητα.
Τον ορίζουν τα πρόσωπα των άλλων
Που κουβαλάμε εκ γενετής για ν’ αγαπήσουμε.
Ως τη στιγμή που φτάνει ο έρωτας
Να κάνει τα ασήμαντα σπουδαία
Και μέγιστα τα μικρά.
Είναι μια εμπειρία έξω από μας
Καθόλα χειρωνακτική, παρόλ’ αυτά απλή
Σαν φυσική αλλαγή ονομάτων.
Όπως όταν σε είδα και γέμισε η νύχτα φως.
Κύματα ευφορίας κάλυψαν τα σκληρά υλικά
Κάθε καλό αγωγό της θλίψης. Κι εκείνη
Η πρώτη χαρά σήμανε τη ροή του αίματος για πάντα.
Έκτοτε γυρίζω με καλώδια γυμνά
Στην ακτή των ευνοημένων
Στις παρυφές του εσύ. Εκεί που το εγώ μου
Γίνεται παιδί και παίζει σχοινάκι όλο το απόγευμα.

Αποκλειστική ενασχόληση




Όταν σμιλεύεται ένα ποίημα
δε γράφεται τίποτα καινό στο νου
κανένας στίχος δε γεννιέται
ούτε μύθος
ούτε θρήνος.
Οι λέξεις που διαλέγεις μαλακώνουν
για να ζυμωθούν
για να πονούν λιγότερο.
Η θέση που ορίζεις για το ανάμεσα ή το περίπου
είναι αυθαίρετη
και η δειλία σου κάνει το «και» μεγάλο και τρανό.
Οι περιττές αναφορές ζυγώνουν
και γελούν με το χρόνο που αφιέρωσες
κυρίως για τον τίτλο.

Αύριο ίσως

Ίσως κάποτε μπορέσω
να παραβιάσω την αυτάρκεια των ενδυμάτων
και να εισέλθω πανηγυρικά
στο βαθύτερο μέσα σου. Το δέρμα
έχει πολλές εισόδους. Σαν το μυαλό.

Δε θα με νοιάζει τότε αν έβαλαν όριο
ηλικίας και πίστεων.
Θα ’ναι μια πολύ ζεστή μέρα
με φως κατ’ επιλογή
και υγρασία ρυθμιζόμενη.
Θα μπω λοιπόν ειρηνικά
με τη σιγουριά της ευτυχίας
που σημειώνει ημερομηνίες και χαρούμενα
αναρριχώμενα μοτίβα.

Σήμερα, αύριο, ποιος ξέρει. Στην άλλη ζωή
ίσως. Με φωτάκια αναμμένα
και φιλικά τραγουδάκια
ανάμεσα στα βήματα ή τις παύσεις.

Προς το παρόν θα κόψω το τσιγάρο
και θα περιμένω. Αύριο βλέπουμε.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.