Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Αναρωτιέμαι..

Στο τεράστιο κουτί της ζωής μου
ταξινομώ απαλά-απαλά
της νιότης μου τις αναμνήσεις
καί έντονα οσμίζομαι τον αρωματισμό τους!
Νοιόθω τον εαυτό μου γυάλινο
καί ότι βλέπουνε τα όνειρά μου....οι άλλοι.
Θαυμάζω την ελευθερία των πουλιών,
την δόξα των προγόνων,
του κύματος τον παφλασμό,
το μύρο του αγέρα....
Όμως,
σκιάζομαι του κίνδυνου την απόχρωση,
τον κεραυνό , την πείνα
καί όταν νυχτώνει η ζωή
μαυρίζοντας το κύμα.
Κι αναρωτιέμαι..........
Τί είναι τάχα η ζωή
καί ποιός είναι το θύμα?

Είναι φορές-φορές...

Είναι φορές-φορές,
που αγναντεύω στα βύθια της Δύσης,
εκεί που θαρώ,
πως Ελπίδες κι Αγάπες,
Ονείρατα Εύθραυστα κι Άπραγα
καθώς καί Λησμονημένα Χαμόγελα στο διάβα του Χρόνου,
αναπαύονται  στις χορδές των Ανέμων....
Καί τότε,
μ' ένα βλέμμα στεγνό,
σαν να είμαι ο Ιππότης της Ίριδας,
αγγίζω την απλήγωτη θάλασσα,
με την αποθυμιά να βρεθώ 
στις Μελωδικές αγκαλιές της....
Κι ύστερα,
κάτω από Φεγγάρια Ολόφωτα,
στις προεξοχές  Προσευχών,
αποζητάω της Κακίας την Τήξη
καί της Αλήθειας τον Θρίαμβο.

Μιλώντας γιά Όνειρα

Στης  πολύπραγης ζωής το λιακωτό
τις μέρες τις ηλιόγεμες,
αναμοχλεύω θύμησες Χαράς,
μέσα από εικόνες φωτεινές
γιομάτες Σιωπή καί Αγάπη,
κλειδώνοντάς τες μεσ' τον κόρφο μου
σαν αποθησαύρισμα γλυκό,
σαν  Παναγιάς Ευλογητάρι.
Ενώ,
τις νύχτες τις ατσάλινες,
στις ώρες που αχνίζουν δέντρα καί σκεπές
από τ' απόβροχα του Οκτώβρη,
κρύβω από το φως των αστεριών
κάθε κρυφή μου ανάσα,
αφήνοντας τα δάκρυά μου να κυλούν
απάνω στα ξερόφυλλα
της πληγωμένης Νιότης!
Κι ύστερα ξανά,
σε αποχρώσεις κρεμεζέ
μιάς Άπληστης Άνθισης  ζωής,
την Ψυχή μου γιά πάντα θα εγκλωβίσω,
μιλώντας γιά Όνειρα που έκανα
τον Έρωτα αποζητώντας.

Φθινοπωρινό


Ήρθε και πάλι το φθινόπωρο.
Όχι σαν πριν,
που σε περίμενα
μ' όλα τα κίτρινα φύλλα.

Τώρα μου 'φερε το γέλιο σου
μέσα σε χίλιες μουσικές
και με τις πρώτες βροχές
είδα να λάμπει τ' όνειρο μου.

Αγάπη μου,
χρυσό φθινόπωρο της ύπαρξης μου.

τώρα που σας μισώ

Στο ξάγναντο τούτο
θα μείνω λίγο ακόμα
ορθός.
Έχω τόσα να σας πω.
Ακούστε με
όσο είναι καιρός,
γιατί μετά θα σας μιλώ
με τη σιωπή μου.

[Τάχα ποιος άνεμος]


Τάχα ποιος άνεμος θα μας σαρώσει;
Είναι ένας θάνατος σ' αυτά τα μέρη
κι εσύ βουβά υποκλίνεσαι.
Αλλάζεις θέσεις και ιδέες
κι όμως βουβά υποκλίνεσαι.

Στο τέλος, οι ίδιοι οι υπολογισμοί σου
σε σκοτώνουν.

Σε τούτο το νησί

.......καί είναι τούτο το νησί
γιομάτο μύρια αρώματα,
πνιγμένο στης θαλασσοαύρας τις πνοές,
στη χλωροσιά του τη χιλιόχρωμη
καί τη γιαλιστερή δροσιά του!
Ολούθε η Πλάση του η ζηλευτή,
σκορπάει μαγεύτρα παιχνιδιάρικη ζωή
καί μοιάζει με νύφη ζηλευτή
η Σαλαμίνα κάθε αυγή,
που ο Ήλιος με περισσή απλοχεριά
τ' αχτίδια του ολόγυρα σκορπάει!
Σε τούτο το μαγευτικό νησί
διάλεξα για πάντα μου να μείνω
καί μέσα  στις χίλιες του εμορφιές
την κάθε μου μέρα να περνώ,
ώσπου,
να έρθει Εκείνη.......η Μέρα!

ΚΒ



Βρες ένα ψέμα
απ' το μικρό του δάχτυλο να κρατηθείς
καθώς βυζαίνεις άδειο
κι ο πόνος σε βουβαίνει

Περνά ένα γαλάζιο πότε-πότε
μ' ένα χάδι στη στροφή
ας λιγοστεύει η ζωή
καταργώντας τα κτητικά
κι άλλες του νου νυχτωδίες

Σ' αυτό το λίγο βυθίζεται η ελπίδα
κι απ' αυτό αναδύεται να σε γελάσει πάλι


 Συλλογή Τα τιμαλφή, Εκδόσεις Μελάνι 2013

Κύριε, προστάτεψέ μου τη Χαρά

Αφουγκράζομαι του Αγέρα τον ήχο,
των Πουλιών τη λαλιά
καί του Κυμάτου το πάφλασμα....
Μοιάζουν να μου στέλνουν μηνύματα
καί την Ανάγκη αιστάνομαι
καί εγώ σ' αυτούς ν' απαντήσω.
Θα ανοίξω το στόμα μου γιά να μιλήσω
καί της φωνής μου ο ήχος,
πολυσχιδης,μοναδικός καί πολύμορφος,
θα γεμίσει το γύρω....κενό!
Γιά την Αδάμαστη Πραγματικότητα
καί τα υπάρχοντα Οράματα,
προτού να πέσει της μέρας η πρώτη αχτίδα,
θα Υμνήσω τον Μεγαλόπρεπο Κύριο
καί η γλώσσα μου η υλική,
θα γίνει Ένα με την  άσαρκη σκέψη μου.
Κύριε, προστάτεψέ μου τη Χαρά.....
Είμαι κι εγώ ένα νόστο Σου πουλί,
ταξιδιάρης στη Γη Σου την Έμορφη,
ανάμεσα σε Τόπους καί Ανθρώπους Απίθανους!

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΝΑ 'ΧΕΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ



      Κάτωχρος μπροστά στις όχθες της Αχερουσίας στέκεται .
  Να την διαβεί η όχι και με ποιο τρόπο και ολοένα
  βασανιστικές οι σκέψεις τον πλακώνουν  ,  αφουγκράζεται
  τον απόκοσμο θόρυβο  βηματίζει βιαστικά  πέρα-δώθε ,
  το παρελθόν σαν σίφουνας μπαίνει στην θαμπή συνείδηση του ,
               σκόρπιες στιγμές που  ανεξίτηλα χαράχτηκαν στο νου του
  οι λύπες οι χαρές  αλήθεια τι ήταν λυπητερό και τι χαρούμενο
  όλα ένα αξεδιάλυτο κουβάρι που στροβιλίζεται , το πόδι του
  που βουλιάζει στην άμμο ,  ένα πουλί που κρώζει τρυπώντας
  την ατμόσφαιρα χαμηλώνει συνεχώς με ιλιγγιώδη ταχύτητα
  για να καταλήξει με το ράμφος καρφωμένο στην άμμο
  σημάδι απελπισμένης βουτιάς  το κορμί του σε υπερένταση
  και η δική του απελπισία ποτίζει κάθε νευρική του ίνα
  το κύμα χαϊδεύει τ' ακροδάχτυλα των ποδιών του
  χάδι παγωνιάς και σύγκορμης ανατριχίλας .
      Πέρασαν ώρες πολλές  τα πέλματα ματωμένα στο πάτημα
   ενός αχινού πονούν , το αίμα του τρέχει ασταμάτητα
   σκύβει και παίρνει μια χούφτα ματωμένης άμμου την μαλάζει
   πολλή ώρα  γίνεται πηλός , παίρνει κι άλλη χούφτα κι άλλη
  και μια-μια την χτίζει φτιάχνοντας ολόκληρο επιχωμάτωμα ,
  ανεξάντλητο το αίμα του ρέει κι αυτός εξουθενώνεται
  σιγά-σιγά μα επιμένει και πέρασαν μέρες πολλές που
  προχωρώντας στο πήλινο γεφύρι του έφθασε στην αντίπερα
  όχθη έκανε πολλές προσπάθειες να μην σωριαστεί
  μα έπεσε νεκρός με δυο ορθάνοιχτα μάτια να ατενίζουν
  στην γυάλινη ακινησία τους τον σκοτεινιασμένο ουρανό .

      Επάνω μας πέφτουν τόσες άγριες δονήσεις . Περπατάμε
  και να τρελαθούμε δεν αρνηθήκαμε για να στεριώσουν
  τόσες νιόφαντες υπάρξεις  . Πολυσχιδείς  ρακοσυλλέκτες
  της άγριας οικουμενικής απομόνωσης ρίχνουμε κοψιές
  στο πρόσωπο του άγονου παρόντος  . Γόνιμοι και
  πρόσφοροι ιστοί συνδέουν διεσπαρμένες  κόπιες μιας
  ξεχασμένης ταινίας που έμεινε στα αζήτητα  . Σκάνε οι
  ενοχές σε πολύβουες πόρτες ανοίγοντας περιπλανητικά
  διαζώματα στον έναστρο αιθέρα  .
     Αναποδογυρίζουν οι πολύχρωμοι δίοδοι της τεμαχισμένης
  υποψίας σε μονοκοτυλήδονες διαφυγές και τόσες ιδρωμένες
 σκηνές τρυπάνε τις επόμενες γενιές  σπαθίζοντας κόκκινες
  ανταύγειες  .  Τα φάσματα κινούνται στο υπερσύγχρονο
  φασματοσκόπιο σε  ρυθμικές αναστατώσεις αδυνατίζοντας
  την υπόμονη προσμονή μας να γνωρίσουμε την ενδότερη
  σύνθεση της γόνιμης καχυποψίας  .  Λόγος κεντρίζει τις
  διαλυμένες σκοπιές του στρατώνα  . Περίοπτες σημάνσεις
  διαλέγονται σε μια γλώσσα ξενική αφήνοντας μόνο τις
  γκρεμισμένες έννοιες να λογαριάζουν το ύψος της επόμενης
  ανάβασης .
      Δώστε στα ξενιτεμένα κύτταρα της αμοιβάδας μιαν πνοή
  για να μπορέσουνε να ξενυχτήσουνε στην θαλπωρή
 της λαξεμένης πέτρας  . Λωρίδες κόβονται οι  επιφάνειες
  των τοίχων μ' επιμέλεια σκορπώντας τα άχρηστα υλικά
  σ' ενός μονόζυγου το ακροβατικό λίκνισμα  . Πουθενά δεν
  είναι μα υπάρχουν τα ζαλισμένα πέπλα της κενής σιωπής ,
  στοχάζονται τις φωτισμένες γωνίες των δρόμων μέσα στην
  άκαπνη νύχτα  . Φοράνε  την ύπαρξη τους φωτοστέφανο
  οι πεταλούδες στον  παράλογο κήπο της εδέμ  . Απόγνωση
  ζωγραφισμένη στης κατάκοιτης εμπειρίας το  κουρασμένο
  πρόσωπο στέκει περιμένοντας το πέρασμα του δρεπανηφόρου
  χάροντα  .
    Μήπως σωπαίνεις στον κοχλασμένο σκελετό λοιδορώντας
  και  φωνάζοντας  ;

    Οι όψιμες επινοήσεις , αναλόγια και σκοτωμένες προθήκες
  διαφεντεύουν την σκοτεινή ακινησία της τυχερής επόμενης
  διαλογής  . Τόσες λοιπόν σπαρμένες πολεμίστρες ερήμωσαν
  στα κάστρα της ελπίδας χορεύοντας σ' ενός γκρεμού
  την χιονοστιβάδα
    Παρασύρονται οι τωρινές πομπές  που καταλήγουν στα ακρόνυχα .
    Λογαριασμένος πυρετός και σκλάβες των  ποδιών σου οι ντροπές .
    Τι γράφεις άραγε στις μυστικές συναντήσεις με πατρογονικούς
  αιώνιους δουλευτές της τέχνης ;
    Ρωτάς , ερωτάς , Έρωτας .
     Ναι το λοιπόν  . Πιο κάτω συμμαζεύονται οι ξεχασμένες
   στέγες των σπιτιών παράωρες δονήσεις και στα λαγούμια
   παραμονεύουνε οι πειρατές της στεριάς  .
     Ρωτάνε οι μύχιοι  πόθοι του μυαλού και του κορμιού
   ελκυόμενοι στην ομορφιά .
  Όμως ο θάνατος κι εκεί παρών  . Και το μαχαίρι
   που κατάστηθα θα νιώσεις κάποια αιθέρια ομορφιά
   μπορεί να στο προσφέρει  .


==========================

    Βαδίζεις λοιπόν  . Επιμένεις και συνεχίζεις την πορεία σου
  στις δύσβατες  λόχμες  . Αναμένεις ; Μα τι θες επιτέλους;
  Σε πιο καταυλισμό ξέχασες την διόπτρα που με τόσο κόπο
  απέκτησες ; Προχωράς στα τυφλά  . Ανήμπορος να αντιδράσεις
  βυθίζεσαι στα σουρεαλιστικά σου όνειρα έρμαιο
  του αχαλίνωτου υποσυνείδητου .
    Ατέλειωτη σειρά οι οροσειρές ξανοίγονται   εμπρός σου  .
  "Ερευνάτε τας γραφάς " λες και συνεχίζεις  .
 "Πίστευε και μη ερεύνα" λες και περιμένεις βυθισμένος
  σε χειμέρια νάρκη .
  Και η πραγματικότητα;
 Αχ αυτή η πραγματικότητα επιμένει να μην πλάθεται
  σύμφωνα με τα κελεύσματα σου .
  Ακολουθεί την δική της λογική .



================================




  Μιας μπαταρίας το ηλεκτρικό φορτίο
  εκκενώνεται σ' ένα χοντρό χαρτόνι
  δημιουργώντας πρωτόφαντες εικόνες  .
  Αλλοιώνονται τα ιπτάμενα κομμάτια της
  ασύγχρονης βουής  . Ανάποδα  λυγίζουν τα
  κρόσσια του περιγράμματος φυλλορροώντας ένα
  τεράστιο βιβλίο  . Κλεισμένος σ' ένα
  σκοτεινό δωμάτιο πριν ξεμυτίσεις στον
  πολυσύχναστο δρόμο παίρνεις μια λέξη απ'
  το ντουλάπι και ντύνεσαι  . Πληθωρικά τα
  κάλλη σου εκπέμπονται με των πελταστών
  τα όπλα χίλια κομμάτια γίνονται και οι
  διαβάτες κάθε τόσο και μαζεύουν κάποιο
  απ' αυτά τα σκορπισμένα στις γωνίες
  του δρόμου  . Και κάποιο πέταλο από το
  μαδημένο άνθος ενός λουλουδιού μαζεύεται
   για να στολίσουν τα άδεια φύλλα
  των βιβλίων τους οι ιδιότροποι συλλέκτες  .


  Έτσι λοιπόν  . Μακριά εμείς
  απ' τις επιδημίες που μαστίζουν τους ανθρώπους .
  Καθαροί να τραβήξουμε μπρος .
  Να φτάσουμε που ;
  Να κάνουμε τι ;
  Στέκομαι και σου μιλώ .
  Όλα στα λέω χωρίς να μαθαίνεις τίποτα .
  Υπεκφυγές  . Παραβολές .
  Για το κεραμίδι που έπεσε στην κεφαλή
  σου πρόθυμα θα σου εξηγήσω τους νόμους
  της βαρύτητας  . Και να 'σαι σίγουρος .
  Κάπου θα ανακαλύψεις σε ποιον ανήκει
  το χέρι που το έσπρωξε .
  Πύρρεια νίκη .
  Οι αυτόμολοι φαντάροι περνούν δίπλα
  μου μ' ένα ανόρεχτο κέφι στο ακρόχειλο  .
  Σκόρπιοι και διψασμένοι σκύβουν να
  πιούν το βουητό της πολιτείας  . Άντε βρε .
  Απ' τις τόσες έννοιες που πλέξατε το
  κομποσκοίνι πολύ το μακρύνατε .
  Μα απομείνατε μόνοι και το κάματε κρεμάλα .
  Ελάτε για να φτιάξουμε κουβέρτες .
  Πολύτιμες στις κρύες νύχτες της μεγάλης
  εκστρατείας  . Κι αμπέχονα  . Απ' το πιο
  όμορφο πηλήκια να φτιάξουμε που πάνω
  στις πληγές μας θα τα βάζουμε από το
  αίμα που θα τρέχει να βαφτούνε  . Που
  'ναι συχνές και κρίμα τέτοιο υλικό
  χαμένο να πηγαίνει  . Και μόνο αυτά θα
  είναι άχρηστα όταν στα χέρια πέσουνε
  των ιερόσυλων εχθρών .
      ----------------

            ----------
  Μιας ξύστρας το γυαλιστερό λεπίδι
  κρένει την σιωπηλή μελαγχολία του
  μολυβιού που μέρα την ημέρα σωνόταν για
  να 'ναι πάντα σ' ετοιμότητα η μύτη της
  γραφίδας  . Κρίμα δεν είναι να χαθείς
  στον αγώνα τον καλό μα να βουλιάζεις
  στα ρηχά σαν αυλικός του Νέρωνα .
  Ζύγωσαν οι πρύμες στην κόψη του ξυραφιού
   και τα θαλασσοπούλια στο τίναγμα
  του κορμιού σκορπάνε τα υπολείμματα του
  μολυβιού στο αφρισμένο κύμα  . Καθώς
  λύνεται το δέρμα του πελάγους σε φουσκωμένα
   μπαλόνια η χλαλοή αιωρείται λίγο
  ψηλότερα συνοδεύοντας τον ατίθασο
  κυματισμό ως την ακτή  . Στις σημαδούρες
  ψάχνει το αετίσιο μάτι και είναι
  ξέρεις πλήθος τα λιμάνια που δεν αρκεί
  το υψωμένο φανάρι για να μπορέσεις
  στους ντόκους να πλευρίσεις .
  Παράξενους θυμάσαι κάποιους ναυτικούς
  που στο ταξίδι τους καημούς εδένανε
  αρμαθιά στης άγκυρας την καδένα  . Και
  κάποιους άλλους που η αλύπητη νεροποντή
  της πνιγμένης βροχής τους μούσκευε
  και σαστισμένοι -για να μην βραχούν
  μαθές- βούτηξαν στης θάλασσας τ' αγριεμένο κύμα .
  Περνώντας το γκρίζο τοπίο με την
  αβάσταχτη ανεμελιά σα βδέλλα να λογιάζει
  την αναρρίχηση του κισσού σου κόβεται
  η ανάσα Καθώς μετράς τα μακροβούτια
  και τις καταδύσεις χωρίς μάσκα και
  οξυγόνο στο χαμένο ναυάγιο της  Ατλαντίδας πόλης .
               ---------
  Γαμψοί αγκαθωτοί ακρόβραχοι άτακτα και
  με χάρη δημιουργούν το μακρινό ακρογιάλι  .
  Ένας χρησμός με υψωμένο το ένα
  χέρι πάνω στο φάρο κάνει σινιάλο στα
  διερχόμενα καράβια  . Σκύβουνε τα κατάρτια
   να αφουγκραστούνε κάποιες λέξεις
  που προγράφηκαν στα αγκωνάρια της
  Βαβέλ  . Οι ψαράδες γεμίζουν τα καλάθια
  τους με τα πλάσματα που έσυρε η τράτα .
  Αυτοί ξέρουν  . Υπομονετικά προσμένουν
  την εποχή της μετανάστευσης των κοπαδιών
   της θάλασσας και την κατάλληλη
  στιγμή πιάνουν τα υδάτινα περάσματα
  του βλοσυρού ωκεανού .



  Τώρα που τα νοήματα συλλαμβάνονται σε
  δοκιμαστικό σωλήνα βυθισμένο στο νερό
  ενός ευαίσθητου θερμοστάτη μια διακοπή
  στο ηλεκτρικό αρκεί το ομορφούργημα
  που φτιάχνεις ποτέ το φως της μέρας να
  μην δει  .Άλλοτε  πάλι η αγωνία συνοδεύει
   αυτήν την λιλιπούτεια πρωτεΐνη που
  τρέχει σε κομμάτια να προλάβει τον
  καιρό πάνω στο υγρό χαρτί της χρωματογραφίας  .
      Οι σύγχρονοι μάγοι αξονική
  τομογραφία κάνουν στις κατατομές σου με
  απεσταλμένους τα πυρηνικά σωματίδια να
  ανιχνεύσουνε τις συνελεύσεις των πνευμάτων  .
   Και τι μαγεία θα νιώσεις όταν
  τα κούφια σύμβολα των μαθηματικών με
  γνώση αραδιάσεις Καθώς θα βλέπεις πως
  άχρηστα δεν είναι τούτα τα κατασκευάσματα
   μα λογική μικρογραφία και κωδικοποίηση
   των γεγονότων που συμβαίνουν
  γύρω σου .
  Στις εγκοπές του άξονα
  σκαλώνουνε τα βλέμματα
  κλωθογυρίζουν στην περιστροφή
  απειροκίνητης παντιέρας .
  Κρίσιμη ανάπαυλα
  στην μακρινή πεδιάδα
  κόβει τον ύπνο του συρμού
  στις σταυρωμένες ράγες
  που λοξοδρόμησαν
  και στήθηκαν στον πλαγιασμένο κύκλο
  μια πρόκληση για όσους
  στο γύρο του θανάτου
  θέλουνε τον ίλιγγο να νιώσουνε .

==========


  Οι δρόμωνες σαν αστακοί περνάνε τα
  πελάγη  . Κουρσεύουνε αναλαμπές παζάρια
  προσπερνάνε  . Συνάντησες τους κάποτε
  μέσα στο δούρειο ίππο απέξω απ' τ'
  απόρθητα τα τρωικά τα τείχη .
  Κτίστες εσυντρόφεψαν επάνω στην
  Ακρόπολη τότες που έχτιζαν τον
  Παρθενώνα .
  Μες τις στρατιές του Σπάρτακου
  βρέθηκαν οργισμένοι βοηθώντας την
  εξέγερση αλυσωμένων σκλάβων .
  Αλαλιασμένοι και ρακένδυτοι
  στήσανε γλεντοκόπι
  την νύχτα που αλώθηκαν
  οι πύλες της Βαστίλης .
  Συντεταγμένοι εφόρμησαν
  με πειθαρχία ζηλευτή
  και κόκκινη καρδιά
  ενάντια στα χειμερινά
  τ' ανάκτορα της Μόσχας .
====================
  Αλλόκοτες χορεύουνε φιγούρες
  λαχταριστές επόμενες αφίξεις
  διασκορπισμένες απορρίψεις
  αεροβάτης στην απύθμενη ροή σου .
  Ίνες απαστράπτουσες
  κρατούνε το κορμί σου
  οι γρίλιες ανοίγουνε
  στα πέλματα τρέχει
  ένα παράξενο υγρό .
  Καλυμμένες ρόδες
  διάγνωση ακριβέστατη
  στα αίτια της απορρύθμισης .
  Ηλεκτρονική λαιμητόμος
  στην εξώπορτα της Βαστίλης
  γυροφέρνει τις σκιές του χρόνου .
  Ασιτία και ανυδρία
  μαραγκιασμένες ανελίξεις
  σκάψε βαθειά
  τις διψασμένες ρίζες να ποτίσεις .
  Φτάνουν στιγμές που ακολουθώντας
  τις γεωδαιτικές κοσμογραμμές
  ξανά στο ίδιο
  το σημείο αφετηρίας καταλήγεις .
  Τότε διεύρυνε το σύμπαν
  πιο μακρινό να είναι
  το σημείο της επιστροφής .
  Κι Έτσι
  ακόμα βότανα φυτεύεις
  ως να θεριέψουν να γιατρέψεις
  την παιδική σου την αρρώστια .


===========


  Το πέταλο στο άνθισμα
  απλώνει ένα ίχνος .
  Μπουμπούκιασε το πρόσωπο
  στις οργωμένες λάμψεις
  πάνω στων άδειων ημερών
  τους κυκλωμένους σπόρους .
  Τα κρόσσια μιας εσάρπας
  ειν' των μαλλιών
  προέκταση πλεγμένη .
  Πάνω στου κάδρου τις κρυφές διαστάσεις
  το σπίρτο όπου τρίβεται
  κι ακόμα να ανάψει
  πόσον καιρό θα σε φωτίζει
  σ' αυτούς τους μπερδεμένους δρόμους .
  Κι αν Τώρα θες για να 'βρεις
  καινούργιες ουσίες στο εργαστήριο
  ψάξε τις χημικές ενώσεις να συνθέσεις
  που τα ηλεκτρόνια τους
  στο μήκος κύματος των ερυθρών ακτίνων
  θ' αντιφεγγίζουν .
=====================
  Των πετρωμάτων στρώματα
  μ' αλύγιστη επιμονή ξεψαχνίζεις .
  Εκεί όπου σε συμπαγείς
  λωρίδες διακρινόμενες
  απέθεσαν τον κουρνιαχτό
  πολύβουοι αιώνες .
  Καθώς γνωρίζεις
  το μυστικό το μονοπάτι
  που στην επιφάνεια θα οδηγήσει
  τα χρήσιμα ορυκτά .
  Η στρόφιγγα στράφηκε
  και ο κρουνός ανοίγει
  δεν είναι μόνον που στο ξέπλυμα
  θα λάμψουνε οι κόκκοι
  μα και στο παιχνίδισμα του υγρού
  Καθώς στις επιφάνειες γλιστράει
  Όλα της φύσης τα παιχνίδια
  αρέσκεται να παίζει
  τους νόμους των ρευστών ακολουθώντας .

  Την ευωδιά που κρύβεται
  θερίζει η οσμή μου
  αποκοντά ακολουθούν
  οι άδειες προτομές .
  Στο πέρασμα της θάλασσας
  τρίζουνε οι αρμοί
  σπανίζουν τ' ακροτέλευτα
  της γήινης ραψωδίας
  Καθώς απ' την μυλόπετρα
  περνούν του τορνευτή
  που ως ποτέ θα ξεφεύγει;
  Και πως πασχίζω μην χαθείς
  πολύτιμη μεζούρα
  που έχασαν όλοι αυτοί
  που θύματα βρέθηκαν
  Καθώς την δίκαιη οργή τους
  παράωρα εκφράσανε
  χωρίς να ξεθυμάνουνε
  οι βάρβαρες πτυχές της .





  Σύρριζα  κόπηκε  λίθινο  κέρας
  παίρνοντας άγνωστες δρύινες λέξεις
  κρύωνε κρύβοντας μάλλινο δέρας
  πέρασαν κρίσιμες όμορφες ζεύξεις .
  Κολλημένο
           διψασμένο
                    ματωμένο
  Στέκεται
          θλίβεται
                  κρύβεται
  Ξαναξεκινάει
              ξαναπερπατάει
                         ξαναφτερουγάει
  Ο ουρανός βαραίνει
  ο κεραυνός σωπαίνει
  ο κραδασμός μαραίνει
  Δράσεις φευγαλέες αποδράσεις
  λήψεις σχεδιασμένες αναλήψεις
  λέξεις στηριγμένες διαλέξεις
  λόγια μαγεμένα αναλόγια .

Στιγμές



Με τα αισθήματά  μου Αγνά
κι ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη,
θριαμβεύω πάντοτε στις σκοτεινιές,
τιθασεύοντας όσο μπορώ τους πόθους μου
καί εξορκίζοντας την κάθε θλίψη που με πνίγει....
Με ελπίδες του Αυγούστου αυγινές,
τα όποια όνειρά μου συντηρώ
καί μ' ένα περίβλεπτο μειδίαμα στα χείλη,
την πολύβουη Σιωπή μου....μαστιγώνω!
Νοιόθω πλεούμενο που αργοκυλά
πάνω στα κύματα της Χειμωνιας
καί στης ψυχής μου τα κατάβαθα,
κρύβω τους ξαφνικούς θυμούς μου,
προτού προλάβουν  να μετουσιωθούν
σε εκθαμβωτική Οργή ...καί Καταιγίδα,
ενώ, αλώβητη δίπλα μου η θάλασσα
απ' τις σκουριές του χρόνου,
ατέρμονη απλώνεται
στις αγκαλιές Μαίστρου καί Λεβάντε!

΄Ανεμος καί Πουλιά

Με τον Άνεμο συνομιλώ καί τα πουλιά,
τους πιό Εφικτούς καί Εκλεκτούς μου Φίλους,
που αδιάκοπα φλερτάρουν με τήν Ποίηση,
κλείνοντας ξοπίσω τους
της Ματαιότητας την πόρτα!
Καί ο λόγος τους, Σαφής καί Ξάστερος
κι ακόμα πιό Ευρύχωρος,
σαν ψέλνουν αδιάκοπα
τον Έρωτα,τη Θάλασσα, τον Πόνο ή το Δάκρυ.....
Καί, ότι δεν γιάτρεψα εγώ
με την πολύβουη Σιωπή μου,
το γιάτρεψαν οι φίλοι μου
με το τραγούδισμά τους,
σιωπόντας μονάχα  καί Πάντα επίμονα,
μπροστά στου .......Ψεύδους τις Ασκήμιες!
Κι όταν γεμίζω από Ανέμους καί Γλυκολαλιές,
σέρνω τα βήματά μου αργά κατά την αμμουδιά
για να μετρήσω τ' Άστρα,
όπου,ένα ψαροκάικο μονίμως κουβαλά
στην πλώρη του μιά Προσευχή,
στα Πρύμνα του την Μνήμη....

Σιωπή, Αγέρας καί Βροχή

Ώρες-ώρες τις πατημασιές μου
ψάχνω να βρώ στην έρημο της Μοναξιάς,
όπου κάθε μου δάκρυ
καί κάποια όαση ποτίζει....
Κάτι μου λέει,
πως δεν υπάρχουνε ασήμαντες στιγμές
καί κάθε φορά που η Φαντασία οργιάζει,
το ποθούμενό της είναι της Έμπνευσης η νίκη!
Διατηρώ πάντα γύρω μου άσβεστο το Φώς,
για να ξεριζώνω τα Σκοτάδια της Νύχτας
καί προσδοκώ του Μαίστρου εν΄αγέρι απαλό
στην Ψυχή μου να φέρει Γαλήνη....
Γιαυτό,
ανοίγω τους ασκούς της Ψυχής μου,
μήπως καί γευτώ τούς χυμούς της Προσευχής μου
καί ακροβατώ με την ανάσα κομμένη
καί με συμπυκνωμένα αισθήματα,
φοβούμενος μην πέσω απ' το τεντωμένο σκοινί
καί δεν μπορέσω να συμπορευτώ
με του Κόσμου τις Πονεμένες Υπάρξεις....
Καί ενώ η Σιωπή μου με  λειώνει,
ο Αγέρας παραμένει φίλος Πιστός
καί η Βροχή.....Αδερφή  μου Μονάκριβη!

Ο Ιστός της Γαλήνης

Τούτο  το Στεγνό Απομεσήμερο,
απολαμβάνω τον ίσκιο του πεύκου,
δίπλα στου ήρεμου γυαλού το ξεψύχισμα
καί στου Ουρανού τις γαλάζιες κερκίδες
με τις πνοές τού Ανέμου,
ταξιδεύω τις Σκέψεις καί το Βλέμα μου.
Η Ψυχή μου, γεμάτη χρώματα καί αισθήματα,
ταξιδεύει κι αυτή σαν Φως συμπυκνωμένο,
ανάμεσα στο Ασπρογάλανο της Θάλασσας
καί στ' Ουρανού το Γαλάζιο,
σαν μιά Αλήθεια  Σταθερή, Ανείπωτη καί Αναρχη!
Σκοπός της,
να προσφέρει Σπονδή στο Αδύνατον,
απομακρυνοντας την απέραντη Άρνηση!
Ένα χαμόγελό μου Αχνό αλλά Στέρεο
υψώνει την Αλήθεια στο Άπειρο
καί ένα δάκρυ Ευτυχίας μου πέφτει στη Γή,
την τρυπάει,
βυθίζεται καί χάνεται,
ενώ τριγύρω η Σιωπη,
υψώνει καί απλώνει συγχρόνως,
τον Ιστό της Γαλήνης....

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Γλυκειά που είναι η ζωή...

Στου Αυγούστου το ολόπυρο καταμεσήμερο,
μοσκοβολάνε οι μέντες οι πυρακτωμένες
κι εκεί βαθειά στίς ρεματιές,
του Έρωτα οι πόθοι  οι ανεκπλήρωτοι,
πραγμάτωση ζητούνε...
Άπλετο χύνεται ολόγυρα το Φώς,
τα Ασπροξωκκλήσια κι οι ασπαρτιές λαμποκοπούνε,
ενώ της θάλασσας οι νηνεμιές,
στέλνουνε τα κύματα
γαλήνια να ονειρευτούνε!
Πιό κεί, η κυρά-Ποίηση γερνοβολα,
γράφοντας απνευστί
για τις ημέρες της Χαράς,
γιά του Έρωτα τα παιχνιδίσματα καί γιά Ταξιδευτάδες,
γιά αλτάνες καί κηπάρια ολάνθιστα,
γιά μυρωμένα τριαντάφυλλα
καί γιά περικοκλάδες!
Πόσο Γλυκειά είν' Αλήθεια ετούτη η ζωη,
με όλες δαύτες της τίς Ομορφάδες!!!

Ημικατάθλιψη

Στου χρόνου τις επιστροφες,
φτάνω κάποιες στιγμές...στά όρια!
Και τότε,
σβήνω το Φώς,
γιά να με σκεπάσει η Νύχτα
με το γκρίζο της ύφασμα.
Απορρίπτω τα Όνειρα
και ακολουθώ τον δρόμο της Σιωπης....
Βυθίζω  τις σκέψεις μου στην Λήθη
καί μιά Απέραντη Θλίψη με κυριεύει...
Μιά Αθώα Φθορά καί μιά Διευθαρμένη Ενοχή,
με σπρώχνουν στο πιό Βαθύ Σκοτάδι,
ώσπου πάλι στο Φως ν' αναδυθώ.
Καί τότε ξανά,
μέσα μου μιά φωνή με καλεί
να μήν Υποταχθώ επ' ουδενι,
αλλά να κρατηθώ
απ' το σωσίβιο της Γαλήνης!
Ξαστερώνει γιά μένα πάλι ο Ουρανός,
σταματάω επιτέλους να μελαγχολώ
καί....γιά Θάλασσες κι Αστέρια
αρχίχω πάλι  να μιλώ!

Με τήν ανέμη του χρόνου

Με τήν ψυχή μου γεμάτη χαρακιές,
προσπαθώ το Κακό να ξορκίσω
και ν' αντικρούσω
της ζωής το Άγριο πρόσωπο!
Γιαυτό, κάθε πρωί που ξυπνώ,
με της Αγάπης το βελόνι κεντώ
των λουλουδιώνε τα πολύχρωμα πέταλα
και σε κάθε σπιθαμή του κήπου μου
φυτεύω....τι άλλο από Ονειρα.
Αποτρέπω προτοβουλίες μου Άσκοπες,
με την ελπίδα πως κάποια στιγμή,
θα διαβώ της Γαλήνης την Πύλη
καί κρατώ την καρδιά μου μακριά
απο τα γκρίζα τοπία της Θύελας,
μελετόντας προσεκτικά την κάθε μου κίνηση.
Κι έτσι,
γυρίζοντας αργά-αργά τήν ανέμη του χρόνου,
γεμίζω της ψυχής μου το πανέρι
με της θάλασσας τη Γαλάζια Πνοή
καί με τα λαμπιόνια τ' Ουρανού....τα αμέτρητα.

Στό εκτροφείο των Ελπίδων μου

Στο εκτροφείο των ελπίδων μου,
ψάχνω γιά διαφάνεια.....
Ομως, ενα είδωλό μου σπασμένο
με ωθεί σε έντρομη απόδραση,
ενώ παραμένω όμηρος,
της καθημερινης επανάληψης!
Κι έτσι, κάθε φορά
που ένας μικρός ή Μεγαλος ΄Ερωτάς μου πεθαίνει,
η Μοναξιά γιά το πρόσωπό μου σπαράζει.....
Το άλλο Καλοκαίρι που θάρθει,
θα επιστρέψω πιό Δυνατός
πάνω στου Γαλανού Κυμάτου την χαίτη
γιά να γράψω τραγούδια Αγάπης,
πάνω στου άσπρου χαρτιού τίς σελίδες
χρησιμοποιόντας....Γαλάζια Μελάνη!.

Αλήθειες

Μέσα από τις άλικες αχτίδες του Ήλιου,
πρίν από το Αιώνιο Σούρουπο,
αγναντεύω μιά χρυσόσκονη να πέφτει
πάνω στίς φυλλωσιές του απότιστου κήπου,
καί αφουγκράζομαι τα βήματά μου να ηχούν
καί ψιθύρους κλεμμένους χίλιους,
απ' της Απελπισιάς το Μαράζι.
Εμπνεύσεις της στιγμής
πλημμυρίζουν το μυαλό μου,
που με απομακραίνουν
από τον λήθαργο του Χτές.....
Καί άλλες φορές,
οταν τριγύρω μου
απλώνεται μιά μουσική σιγαλιά,
απ' το σεντούκι του Χρόνου
δραπετεύουνε  κάποιες Στιγμές,
που ανήκουν ολοκληρωτικά σέ Αλήθειες,
όπως, κάθε φορά που σβήνει μιά φωτιά
γεννιέται ένα σκοτάδι,
ενώ τον Πανικό ακολουθεί,
πάντοτε,
κάποια έστω καί εφήμερη Θλίψη!

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

[Μεγάλωσα πολύ]

Μεγάλωσα πολύ
Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμα της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω
Στην άδεια σου αγκαλιά. ....

παρακαλώ σε ήλιε της δικαιοσύνης...

πάρθηκες σε ευοίωνους καιρούς
κι ήταν στ' Ανάπλι μία νέα θεωρία
σαν τρισυπόστατη σου τάξανε πορεία
σύνθημα ξέμπαρκο λάξευε τους θεούς....

χρόνια χιλιάδες δεισιδαίμονες παλεύεις
ΑπριλοΜάη μοσκοβόλαε η Λαμπρή
ήταν η Σκέψη σου πάντοτε λαγαρή
καθώς το Λόγο σου μ' Αθάνατους γυρεύεις...

ρανίδα αίματος απάνω σου κι εγώ
μέσα στο φούντωμα και τούτος ο Απρίλης
παρακαλώ σε ήλιε της δικαιοσύνης
κάμε το θαύμα σου να Νοιώσω ουρανό

Χαιρε εφημερη Αιωνιοτητα

Καθε που η νυχτια χειρονομει
με τ' αστραποβροντα και τις νεροποντες,
νοσταλγω τους ηρεμους ηχους της μερας....
Στου μυαλου μου τα ενδοτερα,
τα σκελετωμενα ρακη της μνημης
με γεμιζουν ενιοτε με θλιψη και πικρα,
ενω της θυμησης μου οι μικρες αναλαμπες
μου φυτρωνουν φτερα 
και με γεμιζουν Ελπιδα για ανακαμψη....
Και τοτε,
στα χειλη μου ανθιζουν χαμογελα
και η ψυχη μου πλεριαζει απο γαληνη.
Της νυχτας η ανταρα κοπαζει
και τα ξεφωτα της η Σεληνη
τα ντυνει με της Σιωπης τα στολιδια,
ενω, ενα σμαρι απο πουλια αγαλλεται,
καθως κατω απ' την αστροφεγγια διασχιζει
τον αβεβαιο για το μελλον του Οριζοντα!
Χαιρε Εφημερη Αιωνιοτητα,
στης ζωης την ισχνη πεδιαδα!

Εθου σκοτος

Περπαταω αμηχανος στους δρομους,
που εχουν τα πορτοπαραθυρα τους κλειστα
και η ερημια τους αυτη με τρομαζει!
Θαρω, πως οι φιλοι μου και συνανθρωποι
αυτομολησαν στην οχθη την αντιπερα
μακρια απ' της ζωης τις σκοτουρες,
μηπως και βρουνε καταφυγιο ηρεμο
πλαι στα βουβαγαλματα,
που κειτονται στις χλοες ξαπλωμενα.
Και ο Ηλιος, φανταζει πιο θαμπος
και πιο κοντα στις τρικυμιες,
μα ακομα πιο κοντα
στης αγριας νεροποντης τις σταλες.
Με τα χερια μου
σαν δυο περιστερια νεκρα,
προσπαθω  να υπερασπιστω το κορμι μου,
που ειναι σφιχτα  τυλιγμενο
στο στερνο σκοτεινο μου κοστουμι
και αφηνω πια τη σκεψη μου λευτερη,
να σεριανισει στου Ουρανου τα σοκακια....
Εθου Σκοτος και...Επερχεται Νυξ!

Κύριε, Σώσον ......τους Ευτυχείς

Ώρες-ώρες θαρώ,
πως γεννηθήκαμε
σ' έναν κόσμο γεμάτο...κενά!
Ένα αγέρι φυγής δυνατό μας άρπαξε
για να μας φέρει
στις Πατρίδες του Ήλιου
και αυτό ...ποτέ δεν το ξεχνάμε.
Κάτω μας χάσκει μια άβυσσος
ανάμεσα στο Χτες και το Αύριο....
Παίζουμε με τη ζωή παιχνίδια ηδονικά,
μακριά από κούραση, θύελλες και φρίκες,
χωρίς να καταποντιζόμαστε στου φόβου την τάφρο!
Παιδιά της Χαράς και της Ελπίδας,
έμβρυα ενός σύγχρονου κόσμου
ωριμάζουμε
μέσα στης Φύσης τ' αρώματα και τα χρώματα,
σμιγμένοι σε μια γενιά διεθνή,
έξω απο τρόμους, πολέμους και μάστιγες.....
Κύριε, Σώσον ......τους Ευτυχείς!!

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Χιονιάς

Ασέληνος ο Ουρανός
και τ' άστρα...σβηστά  απόψε,
ενώ οι στέγες γερνούνε θαρείς
από το άσπιλο το χιόνι.
Ακοίμητος φέτος ο Χιονιάς
στα δάση με έλατα και δρυς,
αδιάβατες και οι ρεματιές
με τ' αψηλά πλατάνια,
εκεί που το καλοκαίρι είναι δροσερό
και κρύο το Χειμώνα,
μαζεύοντας μια θλίψη πεισματάρικη,
που σπέρνει γύρω λησμονιά
και τις καρδιές μας ξεθωριάζει...
Νιώθω μια κούραση βαρειά
απο τουτηνε την κακοχειμωνιά,
απο την καταχνιά της θαλασσας,
απ' την ανεμοζάλη
και απο τις κρύες σκοτεινές  νυχτιές,
του φετεινού Γενάρη.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Αγάπη

Δυο χιλιάδες τσιγάρα.
Εκατό μίλια 
από τοίχο σε τοίχο.
Μια αιωνιότητα και μισή απόολονυκτίες
πιο λευκές κι από χιόνι. 

Τόνοι λέξεων 
παλιές σαν ίχνη
πλατύποδα στην άμμο. 

Εκατό βιβλία που δεν γράψαμε. 
Εκατό πυραμίδες που δεν χτίσαμε.

Σκουπίδια. 
Σκόνη.

Πικρή 
σαν την αρχή του κόσμου.

Πιστέψτε με όταν λέω
ήταν όμορφη.

Άλλαξα τους αριθμούς στο ρολόι μου

Άλλαξα τους αριθμούς στο ρολόι μου,
και ίσως τώρα
κάτι άλλο αλλάξει. 
Ίσως τώρα
να μη σηκωθείς
στις 6 π.μ ακριβώς
για να μαζέψεις τα πράγματά σου
και να φύγεις οριστικά.
Ίσως τώρα διαπιστώσεις 
ότι είναι πολύ νωρίς να φύγεις, 
ή πολύ αργά, 
και μείνεις εδώ για πάντα. 


από την Ανθολογία Ερωτικής Ποίησης του Χάρη Βλαβιανού

θέλω μόνο να σου πω

ότι έφαγα 
τα δαμάσκηνα
που ήταν 
στο ψυγείο 

και που 
μάλλον 
φύλαγες
για πρωινό

συγχώρεσέ με
ήταν ζουμερά
τόσο γλυκά
και τόσο κρύα.


 από την Ανθολογία Ερωτικής Ποίησης του Χάρη Βλαβιανού

Έφυγες

Έφυγες, έφυγες κι άπλωσα τη νύχτα μου
στους δρόμους έκρυψα τον ίσκιο μου
σεντόνια, όνειρα νωπά,
έφυγες, στερνή φορά κι αποκοιμήθηκες
στην αγκαλιά μου και τ’ αρνήθηκες
πως τα φιλιά σου ήταν πικρά.


Λύγισες, το βάρος σ’ έκανε και λύγισες,
κάποιας αγάπης που δε ζήτησες
και που τις ώρες της μετράς,
μ’ έκαψες με μια φωτιά που όλο τη μέτραγες
καπνός που κάπνιζες και μ’ έχανες
μες στου τσιγάρου το σεβντά.


Έφυγες, έφυγες κι άπλωσα τη νύχτα μου
στους δρόμους έκρυψα τον ίσκιο μου
σεντόνια, όνειρα νωπά.


Έφυγες, στερνή φορά κι αποκοιμήθηκες
στην αγκαλιά μου και τ’ αρνήθηκες
πως τα φιλιά σου ήταν πικρά.


Λύγισες, το βάρος σ’ έκανε και λύγισες,
κάποιας αγάπης που δε ζήτησες
και που τις ώρες της μετράς,
μ’ έκαψες με μια φωτιά που όλο τη μέτραγες
καπνός που κάπνιζες και μ’ έχανες
μες στου τσιγάρου το σεβντά.


Έφυγες, έφυγες κι άπλωσα τη νύχτα μου
στους δρόμους έκρυψα τον ίσκιο μου
σεντόνια, όνειρα νωπά.

Ακέραιος χρόνος (απόσπασμα)

Πάνω στα επιτύμβια των αγαλμάτων ψυχών
που θροΐζουν κυπαρίσσι και κυρτό χορτάρι
στην ανεστραμμένη θάλασσα
που κυμάτιζε παπαρούνες,
χαράσσεται το στιλπνό ξίφος του αιώνα
που βυθίζεται στα ερείπια
 ενός ανεκλάλητου λόγου.
Πάνω τους,
σύννεφα παλιά θωπεύουν το ιερό χώμα
Φορτώνοντας σβησμένες θυσίες
προσαραγμένες
σε παλίμψηστων προσευχών βροχές

 (από τη σελ. 9 του βιβλίου)

VAGINAL


Τις Κυριακές οι όρκοι ξεκινούν από νωρίς καυγά
Απλώνονται στο πάτωμα, εμποδίζουν τον καφέ
Αιτούν ανένδοτοι το άλλο σώμα, γαντζώνονται στα στόματα
Τραβούν απ’ τα ντουλάπια τις παλιές τις συνταγές
Τινάζονται στη σκόνη
Και τρίβονται σα γάτες θηλυκές
Στις εξοχές.
Θα καλπάσω απ’ τη μισάνοιχτη ρόμπα σου
Στη θέα των γλουτών σου
Μικρός ξεδιψώντας στη γλώσσα σου
Το κόκκινο φτερό που γαργαλά στα σκέλια σου
Το μάτι στο πηγάδι της πηγής σου
Πριν να αλλάξει και χυθεί στο σκοτεινό μαβί
Σαν ίσκιος που πλευρίζει την ψυχή σου.
Βρέχει
Μα ας πέφτει το νερό
Ας πέφτει
Στις ανοιχτές παλάμες μου-
Να πέφτει.
Ποτέ θολό στο στόμα σου
Ο πόθος που ταράζει
Τα κόκκινά σου χείλη- ας βρέχει χρώματα
Τοπίο βουερό
Σε βόλτες βροχερές συλλέγοντας παράνομες εικόνες φευγαλέες
Που άφησαν οι άλλοι
Να φανεί η λεία σάρκα
Την ελάχιστη στιγμή που μου προσφέρθηκε
Πριν να ριχτεί μες στο σταχτί στο πέλαγο στο κύμα
Και γίνει γκρι κι αυτή η Κυριακή
Τώρα ψαύω εντός μου το είδωλό σου
Στο προφίλ του προσώπου σου
Επικρατεί ο έρωτας, θυμός κι ο στεναγμός

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

ΜΙΧΑΗΛ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (1862-1943) (βιογραφικά στοιχεία)




Ο Μιχαήλ Αργυρόπουλος γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1862. Μετά την καταστροφή της Σμύρνης  το 1922 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ήταν δικηγόρος, ασχολήθηκε όμως και με την ποίηση. Πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα  με την ποιητική συλλογή Τραγούδια του Γένους, που κυκλοφόρησε το 1913. Χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ρήγας Ραγιάς. 

Έργα του

Ποίηση

• Τραγούδια του Γένους.1913.
• Ανιστόρητα (1922-1924). 1925
• Τα περασμένα και τα τωρινά. 1932.
• Τραγούδια της Ανατολής. Σμυρνιώτικα. Σουλτάνοι. Ανατολίτικα. 1930.


Χρονικά:  Χρονικό της Ανατολής. 1945

 

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.