Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΗς ΨΥΧΗΣ

(Και εγένετο Εύη Ζυμπουλάκη)
Το ΔΙΑΜΑΝΤΙ της ψυχής λατρεία
δάκρυα της γαρδένιας Άνοιξή μου
σούρουπου το φως Εσύ.
Πάνε κι έρχονται τα χελιδόνια
φθινοπώρου μοναξιά
μα η ποίηση της καρδιάς μου
ωρολόγιον μουσικής.
Πρωινού τρισάγιο χρόνου
κρίνοι, γιασεμιά, λευκά τα φούλια
και το γέρικο πουλί
ανασαίνει ανταρσία.
Λιγοστός ο χρόνος
προσευχή ζωής.
Πιάσαμε τα χέρια και τα μάτια εκ βαθέων
το ουράνιο τόξο.
Στη μορφή του ονείρου
τ΄  όνειρο μας ένα.
Ένα Εσύ, Ένα εγώ
και οι γλάροι συντροφιά μας
στο πλατύ η θάλασσα


Το παραπάνω ποίημα του Στέφανου Ζυμπουλάκη γράφτηκε στις 24 Μαίου 2010.


ΑΝΘΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑΣ

Το ημερολόγιο έδειχνε 12 Φεβ 2012 όταν ο ποιητής της Κύπρου Στέφανος Ζυμπουλάκης συνθέτει με τον ποιητικό οίστρο που τον διακρίνει τον ΑΝΘΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑΣ.
Τιμή μας γιατί γνωρίζουμε ένα άνθρωπο που η αγάπη του για την Πατρίδα- πόλη του, την  Αμμόχωστο ξεδιπλώνεται με μια αφάνταστη λεπτότητα και μας την μεταδίδει με μια λατρεία που αγγίζει τα όρια του πάθους.

12 Φεβ 2012


Ανθός πορτοκαλιάς η Αμμόχωστος

ανθός επιστροφής

με του Ακταίου τα όνειρα

στη μνήμη του Φαλήρου.

Θα ξανάρθω αγαπημένη, θα ξανάρθω

στη Σαλαμίνια γη μου

με της ευχές της προσευχής

με την αγάπη του κεριού

με το φτερούγισμα τ΄ Αη Νικόλα.

Μεσ΄  τα καντούνια του Σταυρού

τ΄ αηδόνι ανασαίνει.

Αηδόνισμα ρυθμού¨

Ελληνικό Γυμνάσιο, Λύκειο Ελληνίδων

καθώς αηδόνια της πορτοκαλιάς

τραγούδι επιστροφής να σιγομουρμουρίζουν


Γιορτή του ήχου αστερισμοί

κιτρομηλιάς η νιότη.

Σήμερα, αύριο, το αιώνιο

Αμμόχωστος μορφή

κι ανθρώπινο το κάστρο.

Βελούδινο το θρήσκευμα  η Λευτεριά

καμπαναριό η ζωή μας

καθώς του κάνιστρου οι ανθοί

τη θάλασσα αγναντεύουν .

Ένα το κύτταρο ΕΣΥ  της Άνοιξης ανάσα

Ένα το μόριο ΕΣΥ ανάσα επιστροφής

ανάσα ο ήλιος του Θεού ,

ΕΣΥ βασίλισσα πορτοκαλιά

κι εγώ πολίτης στο άρμα σου ψυχή.

Ψυχή μου ΕΣΥ

Ψυχή μου ΕΓΩ

Ψυχή μου ΑΥΤΟΣ

Κι όλο το φως ΨΥΧΗ ΜΟΥ.

ΣΑΛΑΜΙΝΑ





Στης Σαλαμίνας τ΄ αγάλματα
μας βρήκανε τα περιστέρια.
Κι΄ είμαστε εμείς καθήμενοι στο φως
θαλασσινούς χαιρετισμούς ακούωντας απ΄ τα πέρα.
Τη γνώση που την φέρνανε χαλάσματα προγόνων
θύμησες μακρινές κυμματισμένες
καθώς ο Ευαγόρας ο άνακτας μιλούσε μες τη  χώρα.
Κι ΄ ήταν τα γέρικα πουλιά  στη ξεγνοιασιά του κάμπου
που καρτερούσαν ν΄ αντηχήση το τραγούδι.
Κι΄ ήταν η αλμύρα του κρασιού που τα περίμενε
για να μεθύσουν τις ψηλόκορμες Ιτιές
μες τους ψαλμούς της ποίησης να χαθούνε.
Στης Σαλαμίνας τ΄ αγάλματα
μας βρήκανε ξανά τα περιστέρια
δίχως τα όπλα των θεών
δίχως τον ήρωα Δία
τις σάλπιγγες, τις τελετές
τις μαυροφορημένες μάνες.
Τούτη τη φορά μας ήρθε η Σαλαμίνα γη
με τον αυλό της τραγουδώντας.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

ΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΗΛΩΝ



Επιστροφές δακτύλων
με αποπλανούν
χαϊδεύοντας τους τύπους των ήλων
Δεν φοβάμαι
Οι τύποι έχουν πια επουλωθεί
κι οι διακορεύσεις
διαθέσεις είναι
μόνον των δακτύλων.

Η Νύχτα

Την ώρα που ο ΄Ηλιος ξεκουρδίζεται
τραβόντας πορεία αλλοιώτικη
προς του άλλου Ορίζοντα τα μέρη,
η ξελογιάστρα Νύχτα έρχεται,
κρατόντας στο χέρι το δεξί
ένα τσουβάλι Αστέρια,
γιά να κρύψει κατω από τα γκριζοσέντονα
της μέρας τον κάθε Πόνο...
Κι ύστερα,
μπρός στου Ύπνου τα πόδια υποκλίνεται,
αφού πρώτα
το βάζο του ονείρου της στολίσει
με Ανεμώνες και Τριαντάφυλλα του κήπου της,
το φευγιό μας αναβάλλοντας,
γιά κάποιο ξημέρωμα άλλο!
Και έρχονται τα όνειρα μετά
γιά Κρασι, Ψωμί και ΄Ερωτα,
που άλλοτε σμίγουνε κι ενώνοντ' αψηλά
και άλλοτε στο βάραθρο σκορπιούνται,
ενώ η Γη,Θεοσκότεινη γυρνοβολά,
γύρω από τον ΄Αξονά της...

Θα περιμένω γι' Αύριο..

Από το παραθύρι μου το σφαλιστό,
μιά καταιγίδα Απόψε αγναντεύω,
που θέλει "σώνει και καλά"
το Σύμπαν να διαλύσει!
Βράδυ χαμένο το Αποψινό,
που στην αγκάλη της Λαίλαπας πλανιέται,
μοιάζει με Αγάπη που προδόθηκε,
βγαλμένη από το όνειρο,
κάποιου ξένου ταξιδιώτη!
Στα λιθόστρωτα σοκάκια Μοναξιά
κι ένας Στεναγμός βαθύς αλλά γλυκός
σαν μάνας χάδι τρυφερό,
κυλάει μαζί με τα βροχόνερα
και χάνεται στο σταυροδρόμι!
Απόψε,
θα μπορούσα να αγαπηθώ
και ν'αγαπήσω
πάνω σε λευκοπαθή πλαγιά,
ή πλάι στο παραθαλάσσι,
κάτω από οποιονδήποτε Αστερισμό,
ή κατω απ' της Σελήνης το χαμόγελο το φωτεινό,
ή κατω απ' τ' ΄Αστρα τα διάσπαρτα,
στου Ουρανού τα μήκη και τα πλάτη!
Όμως,
μας τα χαλάει Απόψε ο Καιρός.....
Θα περιμένω γι Αύριο....που ο Καιρός θ' αλλάξει.

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΞΥΠΟΛΥΤΟΙ


Του 60 τα ξυπόλυτα παιδιά
πολιτικοποιηθήκαμε.
Τρέχαμε στους δρόμους
και μας κυνηγούσε η εξουσία
Σαν
το παιγνίδι
"κλέφτες με αστυνόμους."
Μα δεν ήταν παιγνίδι αλλά
της ζωής αποκαϊδι.
Φωνάξαμε πολύ και βράχνιασε
η φωνή.
"Για την προίκα στην παιδεία
και όχι στην Σοφία."
Το 15% να πάει στα σχολειά
για τα παιδιά τα δύστυχα.
που ήταν αναλφάβητα.
Οι πατεράδες τους
έτρεχαν "σκλάβοι"
στην ηττημένη του
πολέμου Γερμανία.
Τι μαύρη κι αυτή, τι φριχτή
κωμωδία.
Παιδιά του 60 και εκδρομείς
Εμείς οι ανυπόταχτοι.
Πέταξε η ψυχή μας στην
Αμερική την ιμπεριαλιστική
Μαζί με τα κινήματα.
Για των ιμπεριαλιστών τα κρίματα.
Ενάντια στον "βρώμικο
πόλεμο του Βιετνάμ."
Παλέψαμε μαζί
και κάναμε πορείες
με τον πάστορα
Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ.
Και τους "μαύρους πάνθηρες."
Για την αναγνώριση
δικαιωμάτων τους .
Και ψυχικών τραυμάτων τους.
Παντού η ψυχή μας έλπιζε
και τους αγωνιστές συνέτρεχε.
Πήγε και στο Παρίσι τον Μάη
του 68, μαζί, στων φοιτητών
τον ξεσηκωμό.
Που έγραψε ιστορία
στην "γηραιά κυρία"

ΑΝΕΦΙΚΤΟ


Όσο και αν
σπάει σε μικρά
– μικρά κομματάκια
δεν κλείνει
ο κύκλος της μοναξιάς.
Όσο και αν
στη φλεγόμενη αγκαλιά
ονειροπόλων αστεριών
φορτώσεις
τη λήθη.

ΕΚΤΟΣ


Και οι άγγελοι επανέρχονται
Επειδή γνωρίζουν
Πως
Δεν πεθαίνει τίποτε
Εκτός από τη δυνατότητα
Να κατανοήσουμε την αθανασία

AΠΟΥΣΙΕΣ

Κάθε φορά 
πού άνοιγα το απουσιολόγιο 

των χαμένων Ζωών ,

μετρούσα 
κι από μιά μουντζούρα θολή ...

Μετρούσα 
κι από μία απουσία ...

Μιά απουσία ,

πού θα ερχόταν πάντα 
να μου στοιχίωνει τα όνειρα ,

πού θα `κλεβε 
κάθε ελπίδα 

και θα στερούσε
ότι κι αν πόθησα ,

πού μ` άφησε 
σκιά γερασμένη , πιά ,

να με γυρεύω 
μέσα στον χρόνο ...

Να γυρεύω 
δικές μου στιγμές ,

ειικόνες , πού έζησα ...

Εικόνες πού ίσως ,

αν δεν ήμουν απών 
θα τις ζούσα ...

Λέξεις πού είπα
πού έγραψα ...

Λέξεις πού ισως ...

Θα είχα γράψει 
ίσως και θα είχα πεί ,

αν η φωνή μου
δεν ήταν απούσα ...

- Απουσία -

Πάντοτε και παντού 
μονάχα μιά απουσία ,

Πού έγραφε όπου έβρισκε
τ` ονομά μου , με μαύρο μελάνι 

στο τίποτα ...

7 χαϊκού για τον έρωτα



Στον έρωτά σου
με τα μούτρα έπεσα
και τα έσπασα

Στην αρρώστια μου
γιατρό θέλω εσένα
άλλον κανένα

Αποβλακώνει
ο έρωτας στα σκότη
το νου βυθίζει

Αμάρτησα που
σ'αγάπησα και τώρα
θα το πληρώσω.


Σε αγάπησα,
διόλου δεν μετανοιώνω,
το ξανακάνω.

Στο Θεό μπροστά
δεν διστάζω να το πω
πόσο σ' αγαπώ.

Παρτίδα σκάκι
παίζουμε τον έρωτα
κάνω(νεις) ρουά(ρένα) ματ.

ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ


Καλώδια από ενέργειες
Σε ένταση
Οι σκέψεις μου;!…
Πνευματικές
Μες τις προσπάθειες
Των δυνάμεων
Γεμάτες!... Μπλακ άουτ
Για την επίτευξη
Σκοπού, εσύ;!...
Μη παρουσιάζεις
Δημιουργίες της ίδιας πυγής
Εφοδιαζόμαστε
Δοκιμασίες!... Μας τινάζουν.

[Αιχμαλωτίστηκα]

Αιχμαλωτίστηκα
σε κάστρο σκοτεινό
σε υπόγεια νερά βουλιάζω
τα βράδια κοιμάμαι
στις παλιές αμαρτίες μου
και τις μέρες
ζητάω το φως να του μιλήσω
μα κείνο
κωφεύει στις ικεσίες μου
και γω κόβω τα ρούχα μου
και τα κάνω σκοινί
μπας και καταφέρω
να δραπετεύσω.

Ποίηση..

Μέσα στην μηχανή της αυτόματης θλίψης,
το όνειρο ντύνεται πένθιμα
και περιφέρεται άσκοπα
στου Ουρανού την ομίχλη.
Η Φύση στην πρεμιέρα της ΄Ανοιξης
αφήνει ένα παραθύρι ανοιχτό,
γιά να μπούν η Ηδονή και το Μέλλον,
μαζί με ένα σμήνος πουλιά,
που προ ολίγου αλώνιζε η Θύελα...
Ρίχνω μιά ματιά στο Απέραντο Πέλαγο
και όντως....δεν ξεγελιέμαι!
Είναι ένα μεράδι μουσικής,
από το βιβλ'ιο της Ποίησης!
Ένα βουνό, μιά λαγκαδιά και μιά λίμνη,
είναι κι αυτά κομμάτια της Ποίησης,
που Σου γυρεύουν να τ' αφουγκραστείς
και μετά να τ'αναλύσεις...

Ο βυθός της ψυχής μου

Στον βυθό της ψυχής μου,
βουλιάζω τις δύσκολες ώρες μου
και με τ' αγέρι
που ριπιδιάζει το κορμί μου,
αφήνω να ταξιδεύουν οι σκέψεις μου
και κάποιοι λυγμοί.
Φυλακίζω του εαυτού μου την άρνηση
γιά να μην βρεθώ αντιμέτωπος
με του κόσμου την κρίση,
ενώ μ' ένα χαμόγελο πλατύ
που σπαθίζει τα μάτια μου,
βλέπω
τον ΄Ηλιο με την Αλήθεια αγκαλιά
και σμίγω τις τρανταχτές μου σιωπές
με τις πολύλαλες ψυχές,
που μιλάνε γι' Αγάπες και Πάθη...
Σεριανάω στον απέραντο κάμπο
και πάνω απ' το κεφάλι μου χίλια πουλιά,
θαρώ,
πως ετοιμάζουν κεντήματα λευκά,
καθάρια κι αμόλυντα
σαν την ελπίδα!
Σαν ξημερώσει,
θα χαρώ γιά την ΄Ανοιξη που θα ξαγναντήσει
και θα μείνω παντελώς Αδιάφορος,
γιά τον χειμώνα που φευγει.

Κάποια απροσδιόριστη στιγμή...

Κάποια προς το παρόν απροσδιόριστη στιγμή,
τα εξαερωμένα και άυλα κορμιά,
από το Σύμπαν εξηγήσεις θα ζητήσουν
γιά τα άπιαστά τους όνειρα
και γιά το χαμένο τους το δίκηο....
Και θάρθει η Ηθική των Θρησκειών,
της Πίστης και του ΄Ερωτα
την ηθική γιά να διδάξουν!
Και τότε οι ψυχές,
θα εγκαταλείψουν της Ιστορίας το κελί,
κρατώντας στο ένα χέρι την Επίγνωση
και στ' άλλο,
της Αυταπάτης το σκουλήκι....
Θαρθεί μετά η Ποίηση
από την χώρα των Λησμονημένων,
απλώνοντας το πέπλο της
στου ανέμου τα φτερά
και με την αφοπλιστική της ειλικρίνεια,
τα Λούλουδα και τα Πουλιά,
τους ΄Ηλιους και τ' Αστέρια να υμνήσει,
φέρνοντας την ΄Ανοιξη,
πάνω στην Στέρφα Γη!

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Περιμένοντας το άγγελμα Κυρίου

Καθισμένος σ' ένα βράχο στο ύψωμα επάνω,
αφουγκράζομαι τις φτερούγες των πουλιών,
που διαρκώς ανοιγοκλείνουν
κι ορέγομαι πάνω τους ν' αγκιστρωθώ,
τον κόσμο όλο να γυρίσω!
Απέναντί μου,
τη θάλασσα αγναντεύω,
την ώρα που την ασημένια δίνη της αρνιέται,
άτοκα δανείζοντας
τα χρώματά της τα στιλπνά,
στην ύπαρξη του δύτη...
Στον κόρφο μου,
μιά δέσμη από τοπία σπάνια,
που οι αγέρηδες μου φέρανε
από χώρες μακρινές και θάλασσες αρχαίες
κι εγώ,
πάντα στον βράχο καθισμένος,
κλεισμένος στου εαυτού μου το κοχύλι,
ονειρεύομαι πράγματα απλησίαστα,
περιμένοντας....το άγγελμα Κυρίου!

Δάκρυ πικρό

Θα ήθελα
να ήμουνα ψιλόβροχο,
της ΄Ανοιξης τη Γη για να δροσίσω,
ή έστω δυό στάλες λαγαρό νερό,
της Φύσης όλα τα πετούμενα
με αγάπη να ποτίσω....
Αν όμως ήμουν κύμα ήρεμο,
πάνω στη ράχη μου θα ήθελα
του κόσμου τα ονείρατα να ταξιδέψουν,
ώσπου να βρούν λιμάνι απάνεμο,
εκεί την κιβωτό τους ν' αποθέσουν...
Όμως, έτσι η Μοίρα τόφερε
κι έγινα δάκρυ πικρό που έσταξε
πάνω σε Αγάπη ΄Αγουρη,
την ώρα που Απιστίας σαιτιά
της άνοιγε,
πληγή αγιάτρευτη στα στήθη.
Και τότε η ψυχή μου ούρλιαξε
τόσο πολύ,
που ακούστηκε
έως τα Τάρταρα του ΄Αδη!

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Βέλλης Ιωάννης (βιογραφικά στοιχεία)



Γεννήθηκε στις Φιλιάτες Θεσπρωτίας το 1967 (ΗΠΕΙΡΟΣ. Είναι  Πτυχιούχος Διοίκησης Επιχειρήσεων (Σχολή Διοίκησης & Οικονομίας Τ.Ε.Ι. Αθήνας) με γνώσεις δημοσιογραφίας (Ίδρυμα Προαγωγής Δημοσιογραφίας Αθανασίου Βασ. Μπότση), Χρηματοοικονομικών (Ελληνική Εταιρεία Διοικήσεως Επιχειρήσεων [Ε.Ε.Δ.Ε.]), Φωτογραφίας (Πειραϊκός Σύνδεσμος) και διδασκαλίας . Εκδότης, δημοσιογράφος, φωτορεπόρτερ, συγγραφέας, ποιητής, εκπαιδευτής κρατικών Ι.Ε.Κ., χρηματοοικονομικός σύμβουλος, κλπ

Ποιητική του έργο:

α. Αντισώματα
β. Σημειώματα

Επίσης συμμετείχε στα Ποιητικά ημερολόγια (2012, 2013 και 2014) των εκδόσεων «ΙΩΛΚΟΣ»

Από το 1988 μέχρι σήμερα ασχολείται ενεργά με την πολιτική, την τοπική αυτοδιοίκηση και τον πολιτισμό.





















περισσότερα για την δράση του Ποιητή μπορείτε να μάθετε επισκεπτόμενοι  την σελίδα: http://jvellisgreece.pblogs.gr/biografiko.html

[Και τι είμαστε εμείς οι ποιητές]

"Και τι είμαστε εμείς οι ποιητές, άνθρωποι του κόσμου, κάτι από δίπλα σας ή από μέσα σας/ σε ένα παράθυρο δοσμένοι, σε ένα δρόμο περασμένοι, ακόμα κι άστεγοι στοχαστές σε μια καταιγίδα/ σε κάποια πόλη του νότου, μπερδεμένη σε λάθη και στιγμές, επιπόλαιη μα και λατρεμένη/ όπως και να το δεις, με τις λέξεις μπλεχτήκαμε, αδικηθήκαμε κι όμως πάντα επιστρέφουμε νεώτεροι." 

[Ο ήλιος ξυπνούσε μέσα μας]

"Ο ήλιος ξυπνούσε μέσα μας κάθε τι ζωντανό, όσο η θάλασσα αγκάλιαζε ένα ξεχασμένο βράχο, χωμένο σε μια πλατιά αμμουδιά/ με αγαπας αλήθεια; όπως το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, όταν γίνονται ένα/ το ξέρω, μα πάντα θα ρωτάω για να σε ακούω να το λες δυνατά, μέσα από τα μάτια σου". 

[Στάθηκε σε μια ματιά της]

"Στάθηκε σε μια ματιά της, ένιωσε την ανάσα της, μετά την αγκάλιασε/ ποτέ δεν πόθησε -τόσο πολύ- τη θάλασσα και τα δικά της κύματα". 

[Και τι έμεινε από την Αλεξάνδρεια;]

"Και τι έμεινε από την Αλεξάνδρεια; τίποτα πια, ούτε καν αυτή η αύρα των φιλοσόφων/ μόνο στο παλιό λιμάνι, ξυπνάει κάποτε μια ανάμνηση, ότι εδώ γέρασαν θεοί/ ακόμα και τα κτίρια, καίγονται στον ήλιο, αδιάφορα για το όποιο παρελθόν και μέλλον/ κρίμα, τόση φτώχεια μαζεμένη, όπου ο λόγος κι η τέχνη ξεχνιούνται -τι ειρωνεία- περίτεχνα". 

[Άνοιξες το παλιό παράθυρο]

"Άνοιξες το παλιό παράθυρο, τράβηξες -μέσα σου- την πρώτη δυνατή ακτίνα του ήλιου, όσο ο άνεμος έπαιζε αχόρταγα στην κουρτίνα σου/ κοίταξες τα λουλούδια, όλα διψούσαν σαν κι εσένα στις -ασβεστωμένες- λαμαρίνες, για τέτοιο φως ηλιοκαμένο/ μα εσύ ήθελες -περισσότερο από όλα- την αγάπη σου, αυτή που ξυπνούσε μαζί σου κάθε ξημέρωμα, να γεμίσεις με δύναμη την ημέρα και την καρδιά σου". 

[Ακόμα και τώρα]

"Ακόμα και τώρα μαζεύω λίγες λέξεις, ποιητικές, να στολίσω τα μάτια σου/ όμως το ξέρεις ποτέ δεν θα τα καταφέρω, στέκω, τα κοιτάζω βαθιά και χάνομαι". 

[Κράτησε ένα παράξενο λουλούδι]

"Κράτησε ένα παράξενο λουλούδι, είδε μια πεταλούδα να φεύγει μακριά/ η άνοιξη τέλειωνε, βιαστικά το καλοκαίρι διάβαινε την πόρτα/ όλα καθορισμένα για μια αλλαγή, στρωμένο το ξύλινο τραπέζι/ ο ήλιος εδώ και ώρα περίμενε, για να φωτίσει και την τελευταία καρδιά". 

[Κάθε ξύπνημα, ένα φωτεινό πρωινό]

"Κάθε ξύπνημα, ένα φωτεινό πρωινό, ανάμεσα από σύννεφα και λάσπες αντιστεκόμαστε/ πόλεμος στη μετριότητα και στις τόσες μικρότητες, τις ευκόλως μαζεμένες, σε ένα μικροσύμπαν/ ασύμβατη σχέση, με την φαγωμένη πραγματικότητα, κράτημα ψηλά/ η αλήθεια είναι ότι κουραζόμαστε, κατά διαστήματα, όμως επιμένουμε να νικάμε την αθλιότητα". 

[Απέραντα ερωτικός ο λόγος]

"Απέραντα ερωτικός ο λόγος, απλωμένος σε ένα μπλοκ σημειώσεων, ματώνει στο χρώμα του μελανιού/ ενώ μοιράζεται με δύο μάτια, έντονα φωτεινά, βαθιά χωμένα σε μια καρδιά/ έτοιμη να αγαπήσει, να δοθεί απόλυτα, σε κάτι καλύτερο από ποτέ". 

[Καθισμένοι]

"Καθισμένοι οι δύο, εκεί στις πέτρες των γερασμένων βράχων, δίπλα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αυτή που τρώγεται πάντα για λίγη στεριά/ αγκαλιάζονται, μόνο ο άνεμος κοντά, αναστατώνει τις σκέψεις που επανέρχονται, όσο το χαμόγελο χρωματίζει τα μάτια, μαζί με την αρμύρα που αναπνέει/ τίποτα δεν αλλάζει σε αυτόν τον κόσμο, μόνο οι καρδιές όταν δίνονται απλόχερα, σε μια αγάπη, σκέτος έρωτας". 

[Κοίταξε τα μάτια της]

"Κοίταξε τα μάτια της, πάντα το ίδιο έκανε όταν ήθελε να σκεφτεί κάτι όμορφο/ άφησε το μυαλό του να τρέχει δίπλα σε μια γαλάζια θάλασσα, του καλοκαιριού/ μετά στάθηκε, αυτή η εικόνα της όμορφης κόρης να αγναντεύει το πέλαγος τον μπέρδεψε/ η θάλασσα δεν είχε στα βαθιά καράβια, σαν λάδι ήσυχη άπλωνε στη στεριά/ ήθελε τόσο έντονα να ρωτήσει, μα τα λόγια δεν έβγαιναν εκεί μέσα/ εκείνη γύρισε χαμογελώντας, πάντα θα λες για την ίδια θάλασσα στα μάτια μου"

[Μια πινελιά το ανοικτό πέλαγος]

"Μια πινελιά το ανοικτό πέλαγος, χρώμα γαλάζιο, ιδανικά φιλόξενο/ κι εσύ τραβάς κοντά του, ρουφάς αχόρταγα, την αρμύρα του ανέμου/ σαν κάθεσαι μαζί της, κατάλευκα πανιά χτυπάνε, ταξίδι αρμενίζουν/ θάλασσα, ουρανός, μάτια, ατέλειωτες γαλάζιες εικόνες/ εικόνα σου η καλύτερη, με ένα χαμόγελο της κι ατέλειωτη αγάπη, έρωτας η ζωή"

[Σφυρίζει ο άνεμος ]

"Σφυρίζει ο άνεμος ανάμεσα στις λεμονιές και τα μπαλκόνια, προκλητικά τραβάει τις κουρτίνες μας/ κι εκείνο το σύννεφο πάει κι έρχεται στην πόρτα μας, αρνούμενο να πειστεί ότι το καλοκαίρι στέκεται/ όμως εγώ σε αγαπώ και το ξέρεις, ούτε τα καλοκαίρια ούτε οι εποχές που περνάνε/ μπορούν να αλλάξουν κάτι σε εμάς, ο έρωτας με τη ζωή μαζί τραβάνε"

ΕΚΤΟΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΩΣ

Με κομμάτια ουρανού πετροβολιούνται. 

Δυο χαμίνια το΄  να κυνηγάει τ΄  άλλο 
και τα δύο τη λάμψη. 

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΝΔΡΟΥ (από την Ποιητική συλλογή : Εσωτερικό ανέμου)

α.

Δένδρα με φόντο τη θλίψη μου.
Δένδρα που τα φυσά η σιωπή μου.

β.

Ήρεμα αναποφάσιστος, σαν δένδρο πλάι στη θάλασσα.

γ.

Άνεμος απαλός σαν να τον έσπρωχναν τα φύλλα.

δ.

Λίκνισμα δένδρου: η νωχέλεια του ηθοποιού.

ε.

Μακρύ κλαδί γυμνό
τεντωμένο ως την κραυγή.

στ. 

Μόνον η απόγνωση διακλαδίζεται ωραία
είπε το δένδρο.

ζ. 

Ώρες που λεπταίνω
σε κλαδί:
χαρά η απελπισία μου αγγίζονται.

η. 

Στη γλώσσα του δένδρου
η έλλειψη ονείρων λέγεται "φύλλωμα" 

της μοναξιάς η αποτυχία " καρπός " 

θ.

Ένα κλαδί εδώ χαμηλώνει 
πιο κει υψώνεται:

η τέχνη να διασχίζεις το αόρατο

ι. 

Το περίγραμμα των δένδρων φωσφορίζει
σάμπως κράσπεδο χάους.

Τελικά είναι αμέτοχα στο τοπίο.


ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΑΝΕΜΟΥ (απόσπασμα)

Ι

Ώρες σιωπής παραμορφώνουν το δωμάτιο.

Στη μέση εγώ ακέφαλος
με μακριά δάκτυλα αδιέξοδα
(ή σε κυματιστούς ύμνους
κάτω από τη φούστα σου).

Χαζεύω το πρωινό φως πως παρακάμπτει
τα χθεσινά μας συμπεράσματα.

ΙΙ

Το σπίτι γερά χτισμένο
γύρω σε κάτι μακρινό.
Απόκρημνος ουρανός απ΄ το παράθυρο
ψυχρός μες στη γαλάζια ευπιστία του.
Ανέβηκαν ως εδώ μάτια- αερόστατα
και ήχοι- διαρρήκτες. Άταφες φωνές
της λεωφόρου.

ΙΙΙ

Όμως κάποτε όλα
τελειώνουν: μέσα μου
κατεβάζω τον γενικό
κι έξω ανοίγει ο χώρος 
το στόμα του. 



Αυτή η κατάσταση

"Αυτή η κατάσταση, έδινε τροφή σχολίων στους αχρείους, τη μεταχειρίζονταν ως δικό τους όπλο/ και σκότωναν εκείνες τις ημέρες, που γεννιόνταν επιπόλαια, σε μέρη θλίψης αλλά και αλληλεγγύης/ ο θρόνος των ποταπών, στολίζονταν επιμελώς, όσο δοξάζονταν η παρουσία τους στην πόλη/ όμως η ώρα έφτανε και δεν μετριόνταν, σαν νέο ξεκίνημα, μια στάση άλλη από την τόση παράδοση στη μετριότητα".

ΕΡΩΣ ΑΝΕΡΑΣΤΟΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ


Β΄’ Επαινος στον 6ο  Πανελλήνιο Λογοτεχνικό  Διαγωνισμό « Δημήτριος Βικέλας», Μάρτιος 2014

Ι
Αυτό το σπίτι μεγαλώνει με γκρίζα μαλλιά στα κεραμίδια
Ρυτίδες πάνω απ΄τα παράθυρα
Ρόζους στα πόμολα των πόρτων
Γερνάει  σαν αδιέξοδος έρωτας
Με ανίατες παθήσεις
Στις αρθρώσεις των λόγων και των έργων
Εκεί κρύβεσαι προτού ακόμα σε γνωρίσω
Προτού ακόμα μάθεις πως με λένε Μοίρα
Κάποιοι έρωτες γεννιούνται
Για να πεθάνουν από έλλειψη
Κι είναι η αγάπη που πολύ ποθήσαμε
Γριά πλέον ξεδοντιάρα που μας περιγελάει
Για τις φωτογραφίες που δεν έγιναν ζωή
Κι όλο με διώχνει από το σπίτι
Ανήμπορη να θρέψει τόση πείνα  της καρδιάς
Τώρα θαρρώ πως είναι   οριστικό
Δεν προλαβαίνω να χώσω πετραδάκια μες στην τσέπη


ΙΙ
Δεν κοιμήθηκα, δεν έχω πεθάνει
Τεχνητό μάλλον κώμα με κρατάει πρίγκιπα
Σ΄αναμονή του γενεσιουργού φιλιού σου
Αλλιώς θα με είχα ήδη σκοτώσει
Σε μια ευθανασία των αγίνωτων καρπών
Εσύ καλπάζεις με ένα άλογο κουτσό
Με πανοπλία τρύπια από  τον άνεμο
Που θέλει να κουρδίσει τα φυλλώματα
Λίγο να παίξουνε τον καλπασμό σου
Την ώρα που τα βήματά σου σβήνουνε στην έρημο
Αντικατοπτρισμός
Με παρ-αισθήσεις  δεν αισθάνομαι Χιονάτη


III
Μαζεύει στάχτη ο ουρανός
Ρίχνει τις τούφες του στο χώμα
Τρέχω σαν Σταχτοπούτα να νοικοκυρέψω τόσες πτώσεις
Με έμαθε η μάνα μου λίγο  προτού  μού γίνει μητριά
Παστρική να είναι η μέρα μου
Νοικοκυρεμένη η πλήξη μου
Σε  ακριβά κιλίμια να πατάνε  η τιμή και η υπόληψή μου
Πέρασαν άρχοντες πολλοί απ΄το κατώφλι μου
Δεν ξέρω αν με γλυκοκοίταξαν
Αν μου κρατούσαν το χαμένο μου γοβάκι
Ποτέ δε σήκωσα τον πόθο μου στα μάτια τους
Ποτέ τα μάτια τους δεν έψαξαν
Τη σπίθα κάτω από τις  στάχτες
 Κάθε βράδυ
Στις δώδεκα ακριβώς 

Κομματιάζω κολοκύθες που αρνήθηκαν τα μάγια 

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.